Αντώνης Μπρεδήμας
Καθηγητής


Ι. Εισαγωγή
Το φαινόμενο της πειρατείας είναι αρχαιότατο –αποτελεί, όπωςλένε μερικοί χαριτολογώντας, το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα στην ανθρωπότητα- και παρουσιάζει κατά διαστήματα μια έξαρση που συναρτάται με τις ανά περιοχές βιωτικές και εν γένει κοινωνικές συνθήκες, αλλά ιδιαίτερα με την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου. Έχοντας να μιλήσει κανείς για το φαινόμενο της πειρατείας την εποχή του Καποδίστρια, θα πρέπει να προσεγγίσει το θέμα ταυτόχρονα από ιστορική, κοινωνική και νομική πλευρά. Σημειώνω ότι,από ιστορικής πλευράς, βασική είναι η μονογραφία (διδακτ. διατριβή) της Δεσπ. Θέμελη-Κατηφόρη, του 19731. Σ’ αυτό προστέθηκαν και ορισμένες άλλες, λίγες είναι γεγονός, εργασίες, όπως αυτή, στα αγγλικά, του καθηγητή Νικολ. Πανταζόπουλου με τίτλο : Τρίκερι.Το καθεστώς των πειρατών της Θεσσαλίας και Μαγνησίας: συλλογικά αδιέξοδα και προσωπικά διλήμματα στο πλαίσιο αυτονομίας και εξάρτησης»2. Όπως αναγνωρίζει η κ. Θέμελη-Κατηφόρη, δεν μπορούσε, ως αμιγώς ιστορική επιστήμων, να εμπλακεί σε θέματα νομικάπου αφορούσαν το καθεστώς της πειρατείας σε εθνικό, αλλά ιδιαίτερα στο διεθνές επίπεδο. Ενόψει αυτής της εικόνας, θα επιχειρήσω να καλύψω αυτό το «κενό», αναπτύσσοντας την εισήγηση μου πάνω σε δύο άξονες:


Πρώτο: θα αναλυθεί η κοινωνική διάσταση του φαινομένου τηςπειρατείας διαχρονικά, δηλαδή στην αρχαία εποχή (Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη) 17ος-18ος αιώνες, την εποχή του Καποδίστρια, αλλά και σε σχέση με τη σημερινή εποχή (πειρατεία στις ακτές της Σομαλίας).

Δεύτερο: θα εξετασθεί το νομικό ζήτημα της διάκρισης «πειρατών»και κουρσάρων διεθνώς, και πως αυτή η διάκριση εφαρμόστηκε την καποδιστριακή περίοδο, καθώς και πως αντιμετωπίσθηκε, πάλι στο νομικό επίπεδο, το φαινόμενο της πειρατείας στην αρχαιότητα και στη σύγχρονη εποχή, και, συγκριτικά, στην εποχή του Καποδίστρια.

ΙΙ. Το φαινόμενο της πειρατείας ως ένα ιστορικώς κοινωνικό φαινόμενο κατά την αρχαιότητα και την εποχή του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ιστορικά, ότι το φαινόμενο της πειρατείας δεν είναιγνώρισμα των τελευταίων αιώνων μόνο. Ανατρέχει σε παλαιότατες εποχές καλύπτοντας κυρίως τις θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Θουκυδίδης3 και ο Ηρόδοτοςπεριέγραψαν την πειρατεία ως ένα παλαιό τρόπο ζωής, αναφέροντας ότι οι πειρατές όταν μετέβαιναν σε διάφορες περιοχές, δεν είχαν πρόβλημα να δηλώσουν αυτή τους την ιδιότητα, ενώ οι άνθρωποι θεωρούσαν την πειρατεία ως ένα επάγγελμα κοινωνικά αποδεκτό4.Εξάλλου, ο ίδιος ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην πειρατεία ως μία από τις πέντε μορφές πολιτικής οικονομίας, χωρίς να την καταδικάζει5. Οι θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου, και ιδίως του Αιγαίου, έβριθαν από πειρατές και οι περισσότερες από τις πόλεις της αρχαιότητας είχαν κτιστεί μακριά από τη θάλασσα προκειμένου να αποφύγουν τις πειρατικές διώξεις (αυτό θυμίζει εξάλλου και το γεγονός ότι στα νησιά του Αιγαίου, τα χωριά χτίζονταν σε μέρη ούτως ώστε να μην είναι εμφανή και προσιτά στους πειρατές των νεώτερων χρόνων).

Αν και πολλοί λαοί, όπως οι Φοίνικες και οι αρχαίοι Έλληνες, ξεκίνησαν στην αρχή ασκώντας πειρατεία, η τριβή τους με τα πλοία τους οδήγησε στο εμπόριο και το γεγονός αυτό συνέβαλε στην μετατροπή τους σε πολέμιους της πειρατείας. Αυτό συνέβη και με τους Φοίνικες,αλλά και με τους Έλληνες6. Είναι γνωστό ότι ο βασιλιάς της Κρήτης (ο Μίνως), που θεωρείται ως ο πρώτος που υιοθέτησε νομοθεσία σχετικά με τη θάλασσα (ήδη από τον 24ο αιώνα π.Χ.), ήταν αυτός που πρότεινε στα ελληνικά φύλα ένα ναυτικό κώδικα, που έγινε αποδεκτός, και αποτέλεσε, ως λέγεται, την, για πρώτη φορά, ιδέα μιας συλλογικής αστυνόμευσης της θάλασσας7. Αυτή η αστυνόμευση εκδηλώθηκε με την απαγόρευση της θαλασσοπλοΐας από σκάφη στα οποία επέβαιναν πάνω από πέντε άτομα, με εξαίρεση το πλοίο Αργώ, στοοποίο είχε ρητώς ανατεθεί να ξεκαθαρίσει τις θάλασσες από τους πειρατές. Οι ενέργειες αυτές κατέληξαν πράγματι στη σημαντική μείωση, αν όχι εξαφάνιση, της πειρατείας8. Θα πρέπει επίσης να προστεθείότι οι Νόμοι των Ροδίων θέσπισαν για πρώτη φορά, μερικές αρχές οιοποίες επέζησαν για πολλούς αιώνες, και ορισμένες επιζούν και μέχρι σήμερα, όπως η αρχή Pirate non mutat dominium. Μια άλλη αρχή των Νόμων των Ροδίων είναι ότι ο εφοπλιστής ο οποίος υπέστη την κατά θάλασσα ληστεία «μπορεί να προβάλει απέναντι στις απαιτήσεις επιστροφής του ιδιοκτήτη του κλεμμένου από τους πειρατές φορτίουτην ένσταση της ανωτέρας βίας («force majeure»)9.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την κήρυξη της πειρατείας ως παράνομης στην Αρχαία Ελλάδα, η πειρατεία δεν εξαλείφθηκε πλήρως, και μάλιστα, ως ένα βαθμό, ενισχύθηκε έμμεσα από τις ίδιες τις πόλεις: πρόκειται για την περίπτωση όπου ένας πολίτηςμιας πόλης κράτους, ο οποίος υπέστη αρνησιδικία σε μιαν άλλη πόλη-κράτος, μπορούσε να εξασφαλίσει από την πόλη του το δικαίωμα αντιποίνων στη θάλασσα, τουτέστιν να πάρει ως λεία τα αγαθά ενός συμπολίτη του οφειλέτου του10. Η ρύθμιση αυτή, αν και δεν ταυτίζεται, θυμίζει από μακριά τα «letters of marque» των κουρσάρων του 17ου και 18ου μ.Χ. αιώνα. Επί ρωμαϊκής εποχής η πειρατεία άνθισε ιδιαίτερα προερχόμενη κυρίως από τις ελληνικές περιοχές11. Και εδώ,όπως και στην Αρχαία Ελλάδα, οι πειρατές αποτελούσαν μέλη κοινοτήτων οι οποίες απειλούσαν το ρωμαϊκό εμπόριο και δημιουργούσανπροβλήματα, οικονομικά και πολιτικά. Ο δε Κικέρων ήταν αυτός που χαρακτήρισε την πειρατεία ως εχθρό πόλων των κοινωνιών» (hostis humani genteri), έκφραση που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας12. θα πρέπει όμως να επισημάνει ότι για τους Ρωμαίους η πράξη της πειρατείας δεν αποτελούσε καθεαυτή, εγκληματική ενέργεια, αλλά εντασσόταν στο δίκαιο του πολέμου13. Αυτή η αντίληψη επικρατούσε καιστην Αρχαία Ελλάδα, με την έννοια ότι ήταν το κράτος που ασκούσε αντικειμενικά πειρατικές πράξεις κατά αντιπάλων ή εχθρών14. Αυτόέγινε με τις πειρατικές πράξεις της Αθήνας και των Ιονίων πόλεων-κρατών των περσικών συμφερόντων, το ίδιο δε έγινε και από τους Μακεδόνες περιλαμβανομένου και του Φιλίππου του ΙΙ15. Αντίθετα,όταν ο Αλέξανδρος ο Μέγας εκστράτευσε κατά των Περσών, αυτοίενθάρρυναν την πειρατεία σε βάρος των μακεδονικών συμφερόντων,μέχρις ότου να εξοντωθούν από τον Αλέξανδρο16. Αυτή η μορφή «διακρατικής» πειρατείας θα εντασσόταν σήμερα στο δίκαιο του πολέμου όσον αφορά τις ρυθμίσεις περί του κατά θάλασσαν πολέμου, καιιδιαίτερα το θέμα των λειών, και κατά τούτο διαφέρει από τη σημερινή εποχή, όπου οι πειρατές αποτελούν πολίτες/υπηκόους ενός κράτους και δεν μπορούν να υπαχθούν στο δίκαιο του πολέμου. Καταλήγοντας ως προς το θέμα της πειρατείας στη ρωμαϊκή εποχή, είναιενδιαφέρον να επισημανθεί ότι ανέχθηκαν ως ένα βαθμό, το φαινόμενο της πειρατείας εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν διέθεταν πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, η Καρχηδόνα, ως κράτος με έντονες θαλάσσιες εμπορικές δραστηριότητες, ήταν η μόνη δύναμη που ασκούσεαστυνόμευση της θάλασσας για την πειρατεία, την οποία είχαν περιορίσει σημαντικά, μέχρις ότου καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, με την πειρατεία να επανέρχεται έκτοτε δυναμικά στο προσκήνιο17.Μόνο μετά το 67 π.Χ. η Ρώμη, υφιστάμενη της συνέπειες της πειρατείας, αποφάσισε να την εξοντώσει και έτσι η πειρατεία σχεδόν εξαφανίστηκε.

Στον Μεσαίωνα, η πειρατεία επανεμφανίστηκε με τους Νορμανδούς τον VIII και ΙΧ αιώνα, αλλά διακόπηκε από τη στιγμή που τους παραχωρήθηκε το έδαφος της σημερινής Νορμανδίας18, ενώ σημαντική συμβολή στην πειρατεία είχαν το Αραβο-μουσουλμανικό στοιχείο, όταν εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Αφρική (Μπαρμπαριά) καιστην Ισπανία19. Λόγω της θρησκευτικής αντιπαλότητας, τα χριστιανικά κράτη δεν θεωρούσαν την πειρατεία ως έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας αλλά ως θρησκευτικό έγκλημα. Πάντως, το κοινό μέτωπο τωνΧριστιανών απέναντι στην πειρατεία διασπάστηκε μετά τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου και δεν εξαλείφθηκε πλήρως παρά μόνο μετά την κατάληψη της Αλγερίας από τους Γάλλους20.

Και στη σύγχρονη εποχή όμως –ιδιαίτερα όσον αφορά την πειρατεία στην περιοχή της Σομαλίας- τα αίτια της πειρατείας είναι κατά βάση, και πρωταρχικά, κοινωνικά.

Η κρατούσα γνώμη σε σχέση με τα αίτια της αναβίωσης του πειρατικού φαινομένου στη Σομαλία είναι ότι έχουν τις ρίζες τους στις ψαράδικες κοινότητες της χώρας, που αντέδρασαν έτσι στην παράνομη καταλήστευση των αλιευτικών αποθεμάτων στην αιγιαλίτιδαζώνη της Σομαλίας από αλιευτικά τρίτων κρατών, που αντιλήφθηκαν ότι η Σομαλία δεν ήταν σε θέση, λόγω της κατάρρευσής της, να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στην ΑΟΖ της21. Επί πλέον ήρθε το τσουνάμι να μεταφέρει (να ξεβράσει) στις σομαλικές ακτές τοξικά απόβλητα που πετούσαν επί χρόνια τα πλοία στον κόλπο του Άντεν.

Όσον αφορά τέλος την πειρατεία κατά την εποχή του Καποδίστρια, θα πρέπει να επισημανθεί εξαρχής ότι, αν και υπήρχε από παλαιότερα, η έξαρσή της άρχισε με την Επανάσταση του 1821,επειδή ακριβώς ευνοήθηκε από τις συνθήκες πολέμου22. Τουτέστιν,και παρά τις προσπάθειες της προσωρινής Κυβέρνησης οι περισσότεροι πειρατές εκινήθηκαν ελκυόμενοι από τις λείες σκαφών, τόσο ευρωπαϊκών όσο και ελληνικών που διεξήγαγαν διαμετακομιστικό εμπόριο στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου23. Αλλά στη συνέχεια,άλλοι λόγοι εμφιλοχώρησαν στην αύξηση της πειρατείας, όπως λ.χ. η μεταφορά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων από ευρωπαϊκά εμπορικά πλοία για λογαριασμό του Μεχμέτ Αλί προκειμένου να πραγματοποιήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις στην επαναστατημένη Ελλάδα,αλλά και στην εξάντληση των οικονομικών πόρων του έθνους και τονπεριορισμό του εμπορίου μέσω ελληνόκτητων σκαφών, για τα πληρώματα των οποίων η πειρατεία προσφερόταν ως μέσον διαβίωσηςκαι επιβίωσης24. Έτσι, από το 1827, οι περισσότεροι από τους έλληνεςναυτικούς επιδόθηκαν σε πειρατικές ενέργειες25. Αλλά, αν οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου υπέφεραν από το φαινόμενο της πειρατείας, υπήρχαν άλλες ελληνικές κοινότητες οι οποίες δεν υιοθετούσαν αρνητική στάση απέναντι στην πειρατεία. Οι κάτοικοι του Τρίκερι, στον Παγασητικό, λ.χ. θεωρούσαν την πειρατεία ως μια ευγενή καριέρα για γενναίους άνδρες (όπως αναφέρει ο Pouqueville)26. Είναι εξάλλου γνωστό ότι με την προκήρυξη του 1826 απαγορευόταν η κατασκευή πλοίων με πρόδηλο σκοπό την πειρατεία, οι δε κοινότητεςτων νησιών όπου κατασκευάζονταν τα πειρατικά πλοία θα θεωρούνται συνυπεύθυνες27. Επίσης είναι γνωστό ότι τα περισσότερα από τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους ήταν το 1827 καταφύγια και ορμητήρια των πειρατών, ιδίως εκείνα τα νησιά στα οποία είχαν καταφύγει χριστιανοί πρόσφυγες από τουρκοκρατούμενα νησιά ή από νησιά που καταστράφηκαν. Τέτοια νησιά ορμητήρια ήταν η Σίφνος, η Αντίπαρος, η Νάξος, η Πάρος και η Κάσος28. Τέλος, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι μορφές της ελληνικής επανάστασης όπως ο Οδ. Ανδρούτσοςκαι ο Ανδρέας Μιαούλης είχαν διατελέσει πειρατές και εθεωρούντο ως ήρωες29.

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι στον ελληνικό χώρο συγκρούσθηκαν, την εποχή του Καποδίστρια, δύο αντίρροπες αντιλήψεις: η παλαιά, φιλοπειρατική αντίληψη, που αποτελούσε αντανάκλαση της πειρατείας ως μέσο επιβίωσης, αν όχι πλουτισμού, και της πλέονσύγχρονης «αντιπειρατικής» αντίληψης που αντανακλούσε τα συμφέροντα του εμπορικού κόσμου. Με άλλα λόγια, υπήρξε ανάλογη σύγκρουση με αυτή που παρατηρήθηκε από την αρχαιότητα ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις, με τη διαφορά ότι παλαιότερα πέρασεκανείς χρονικά από τη μια στην άλλη αντίληψη, ενώ κατά την καποδιστριακή εποχή αυτές οι δύο αντιλήψεις συνυπήρχαν.

ΙΙΙ. Πως αντιμετωπίστηκε το φαινόμενο της πειρατείας την εποχήτου Καποδίστρια;

Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αντιμετωπισθεί κάτω από δύοοπτικές γωνίες: 1) πως εφαρμόστηκε θεωρητικά και στην πράξη η διάκριση πειρατών και κουρσάρων που ενεφανίσθη στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες ήδη από τον 17ο αιώνα, και 2) ποια συγκεκριμέναμέτρα υιοθετήθηκαν κατά την καποδιστριακή περίοδο για την καταπολέμηση της πειρατείας.

1. Η διάκριση πειρατών-κουρσάρων. Το φαινόμενο της πειρατείας στον εξωευρωπαϊκό χώρο άνθισε τον 17ο και 18ο αιώνα, με γνωστά από την ιστορία ονόματα, όπωςο Francis Drake και Henry Μorgan30. Και οι δύο θεωρήθηκαν ως πειρατές, παρόλο που τα πλοία τους έφεραν την αγγλική σημαία και είχαν εξουσιοδοτηθεί (Μorgan) από τις αγγλικές αρχές να επιτίθενται στα ισπανικά πλοία και ισπανικούς λιμένες μολονότι δεν υπήρχε κατάσταση πολέμου μεταξύ της Αγγλίας και της Ισπανίας. Η Αγγλία αρνήθηκε να τους θεωρήσει ως εγκληματίες, παρ’ ότι, ιδιαίτερα ως προς τον Morgan, υπήρξε υπέρβαση της εξουσιοδότησης,και αν, για λόγους διεθνούς πολιτικής, δίκασαν τον Μorgan, όχι μόνο τον απήλλαξαν, αλλά και διορίσθηκε αναπληρωματικός Διοικητής της Τζαμάϊκα31. Στάση που προσδιορίστηκε από τα τότε συμφέροντα της Αγγλίας προκειμένου να παρεμποδιστεί το εμπόριοτης Ισπανίας με τις υπερπόντιες αποικίες της και να προσπορισθεί το αγγλικό στέμμα σημαντικά ωφελήματα από τη λεία32. Την ίδια στάση απέναντι στους πειρατές τους υιοθέτησαν την ίδια εποχή και η Ολλανδία και η Γαλλία.

Ήδη όμως από τον 17ο αιώνα, ιδιαίτερα δε από τις αρχές του18ου αιώνα, η στάση της κυριαρχούσας πλέον στη θάλασσα Αγγλίας, καθώς και των δικαστηρίων της άλλαξε ριζικά. Και αυτό, γιατί το διεθνές εμπόριο, που βρισκόταν πλέον κατά μεγάλο μέρος στα χέριατης Αγγλίας, υπέφερε από το φαινόμενο της πειρατείας33. Και τα αγγλικά δικαστήρια προσάρμοσαν την νομολογία τους σ’ αυτές τις εξελίξεις. Συγκεκριμένα αρνήθηκαν τη νομιμότητα της λείας34 όχι μόνο του κλασσικού τύπου πειρατών, αλλά και των «κουρσάρων»,δηλαδή των ιδιωτών που είχαν την άδεια ξένων ηγεμόνων και που είχαν αρπάξει αγγλικά αγαθά και είχαν, στη συνέχεια, μεταβεί σε αγγλικό έδαφος35. Το ίδιο ίσχυε και για περιπτώσεις όπου οι κουρσάροι είχαν ξεπεράσει τα όρια που τους είχαν τεθεί στην εξουσιοδότηση του ηγεμόνα, αν και αυτό δεν ήταν απόλυτο, αφού δεν χαρακτηριζόντουσαν από τα αγγλικά δικαστήρια ως «πειρατές», με την προϋπόθεση ότι υπέβαλαν αμέσως τη λεία τους στη διάθεση των αγγλικών δικαστηρίων36.

Είναι γνωστό ότι η σημαντική συμβολή των ελλήνων ναυτικώνστον πόλεμο της Ανεξαρτησίας οφειλόταν στην πείρα που απέκτησαν από την πειρατεία και το λαθρεμπόριο, στην περιοχή της Μεσογείου37. Κατά την Επανάσταση, οι ελληνικές κυβερνήσεις ανέχθηκαν
την πειρατεία, επειδή είχαν εισοδήματα εκ του φόρου που επέβαλλανεπί της λείας. Δηλαδή δεν θεωρούνταν ως πειρατές αλλά ως «κουρσάροι» (privateers), που θεωρούνταν τότε ως νόμιμη μορφή πολέμου38 και που καταργήθηκε μόλις το 1856 με τη Διακήρυξη των Παρισίων39. Εντούτοις, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, οι οποίες υιοθετούσαν τηννομιμότητα του «privateering», θεώρησαν την ελληνική εκδοχή τουως απειλή για το εμπόριό τους και τους έλληνες κουρσάρους ως «πειρατές» και ότι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση από την ελληνική κυβέρνηση όταν θίγονταν συμφέροντα των υπηκόων του40.Κάτω από αυτές τις πιέσεις, οι ελληνικές Αρχές εξέδωσαν το Μάϊοτου 1826 μια Προκήρυξη41 βάσει της οποίας, πρώτο, όλα τα πλοία που δεν διέθεταν «letters of marque» θα εθεωρούντο πειρατικά πλοία· δεύτερο. όλα τα οπλισμένα σκάφη και ιδιαίτερα τα ταχύπλοα (τηςεποχής) (αποκαλούμενα και «κλεφτρόνια») που μετέρχονταν πειρατικές μεθόδους, θα διώκονταν και, αν συλλαμβάνονταν, θα καταστρέφονταν, και τρίτο, απαγορευόταν η κατασκευή πλοίων με πρόδηλο σκοπό την πειρατεία, ενώ οι κοινότητες των νησιών όπου κατασκευάζονταν τα πειρατικά πλοία θα θεωρούνταν συνυπεύθυνες.

Παρ’όλα αυτά, με νόμο του Ιουλίου 1827, ο φόρος επί της λείαςτων πειρατικών πλοίων αυξήθηκε από 15% στο 25%, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας42. Η Κυβέρνηση δε, μετά σύσταση του Άγγλου ναυάρχου, Λόρδου Κόδριγκτων, άρχισε να εκδίδει «letters of marque» σε όσους το ζητούσαν θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα ελεγχόταν το φαινόμενο της πειρατείας και, ταυτόχρονα, θα προσποριζόταν δημόσια έσοδα. Απόφαση που αποδείχθηκε καταστροφική, στο βαθμό που όσοι δίσταζαν να προβούν σε πράξεις πειρατείας, τώρα είχαν λυμένα τα χέρια τους43. ΟΚαποδίστριας θέσπισε με απόφασή του (Φεβρ. 1828) ότι όσα πλοία δεν διέθεταν τα απαραίτητα πιστοποιητικά θα θεωρούνταν ως πειρατικά, θα υπόκεινταν σε κατάσχεση και τα πλήρωναν αποζημίωση44. Τα μέτρα κατά της πειρατείας έγιναν αυστηρότερα με το Διάταγμα του 1835, το οποίο προέβλεπε ένα εδαφικό κριτήριο κυρώσεων: όποιο εμπορικό πλοίο που προερχόταν από το Τρίκερι, τονΒόλο ή οποιοδήποτε μέρος της Μακεδονικής Ακτής προσορμίζονταν σ’ ένα από τα λιμάνια της Εύβοιας, τον κόλπο της Αταλάντης ή της Λαμίας ή στις Σποράδες, όπου δεν υπήρχαν Αρχές του κράτους, εφόσον υπήρχε υποψία πειρατείας, θα συλλαμβάνονταν από το πολεμικόναυτικό και θα προσάγονταν σε ποινικό δικαστήριο45. Ο δε Ποινικός Νόμος της εποχής θέσπισε ότι οι πειρατές παντός είδους θα τιμωρούνται με θάνατο46.

IV. Συμπεράσματα

Η πειρατεία ως κοινωνικό φαινόμενο είναι διαχρονικό: ξεκινάαπό τις άμεσες ανάγκες επιβίωσης και εξελίσσεται στη συνέχεια ωςένα αποτελεσματικό μέσο προσπόρισης πλούτου. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στην εποχή του Καποδίστρια (και πριν και μεταγενέστερα). Εξάλλου, η πειρατεία ξεκινά μεν ως φαινόμενο αποδεκτό από μέρος τουλάχιστον της κοινωνίας, τα εμπορικά όμως συμφέροντα διαφόρων κατά καιρούς ναυτικών δυνάμεων θίγονται σε βαθμό που η αντίδρασή τους ανακόπτει ή και εξαλείφει (τουλάχιστον για μια περίοδο) το φαινόμενο της πειρατείας. Στην Ελλάδα, την εποχή του Καποδίστρια, οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν κατέστησαν δυσκολότερη την εκ μέρους του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αντιμετώπιση της πειρατείας, δεδομένων και των συνθηκών διαβίωσης/επιβίωσης, ενώ η εκ του εξωτερικού εισαχθείσα διάκριση «πειρατών-κουρσάρων» επέτεινε την κατάσταση, με συνέπεια η Κυβέρνηση του Καποδίστρια να αναζητήσει νομοθετικούς, αλλά και πρακτικούς τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου, κάτω από την πίεση των Μεγάλων ναυτικών δυνάμεων, και ιδίως της Μ.Βρετανίας.

Παραπομπές

1. Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον δικαστήριονκατά την πρώτην καποδιστριακήν περίοδον, 1828, Αθήνα, 1973.
2. Δημοσιευμένη στο Balkan Studies, 1990, σελ. 5 επ.
3. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος, τ. 1, σελ. 5-7.

4. Χρειάζεται όμως να σημειωθεί ότι η έννοια της πειρατείας την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και των Ρωμαίων, δεν συμπίπτει με τη σημερινή έννοια της πειρατείας. Και αυτό γιατί σήμερα ο πειρατής εξακολουθεί να παραμένει υπήκοος ενός κράτους, ενώ στην αρχαιότητα αποτελούσε μέρος μιας ξεχωριστής κοινότητας με συνέπεια να θεωρείται ότι βρίσκεται σε πόλεμο με τα κράτη. Βλ. αναλυτικότερα, J. Goodwin, Universal jurisdiction and the pirate: time for an old couple to part, Vanderbilt
Journal of Transnational Law, 2006, σελ. 977 επ. Η ίδια κατάσταση αφορούσε, μεταγενέστερα, τους Βίκινγκς, ό.π., σελ. 978.
5. Αριστοτέλης, Πολιτικά, παράγρ. 1256b. Cf. A. Rubin, Τhe law of piracy, U.S.Naval War International Law Studies, 1988, σελ. 6.
6. V. Pella, La répression de la piraterie, Recueil des Cours de l’Académie de Droit
International, 1926-V, σελ. 157.
7. Ό.π., σελ. 152.
8. Ibid.
9. Ό.π., σελ. 153.
10. Ιbid.

11. Βλ. αναλυτικότερα Ph. De Souza, Piracy in the Graeco-Roman World, 1999, σελ. 142 επ.
12. M. Tulli Ciceronis, De officiis III, σελ. 109. Ο δε A. Gentili χρησιμοποίησε μεταγενέστερα την «έκφραση» common enemies of all mankind. Βλ. A. Gentili, De jure belli libri tres, σελ. 33.
13. A. Rubin, ό.π., σελ. 12.
14. V. Pella, ό.π., σελ. 154.
15. Ibid.
16. Ibid.

17. Ό.π., σελ. 155.
18. Ό.π., σελ. 159.
19. Ό.π., σελ. 161.
20. Ό.π., σελ. 162.
21. Βλ. αναλυτικότερα P. Lennox, Contemporary piracy in the Horn of Africa, Canadian
Defense and Foreign Affairs Institute, Dec. 2008, σελ. 8 επ. Ο FAO (Food and Agriculture Οrganization) υπολόγιζε ότι το 2005 υπήρχαν 700 πλοία με ξένη σημαία που ψάρευαν στις σομαλικές ακτές. Ibid, υποσημ. 23 και την εκεί περαιτέρω βιβλιογραφία.
22. Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, ό.π., (υποσημ. 1), σελ. 81.
23. Ό.π., σελ. 7
24. Ό.π., σελ. 5.

25. Ό.π., σελ. 11.
26. F. Pouqueville, Voyage dans la Grèce, v. 3, Paris 1820, σελ. 67 επ. Ν. Pantazopoulos, ό.π., σελ. 10 επ.
27. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1825, φύλλο 61 (25.5.1826).
28. Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, ό.π., σελ. 20-21.
29. Ν. Ρantazopoulos, ό.π., σελ. 11-12.
30. J.M. Goodwin, ό.π. (υποσημ. 4) σελ. 979 επ. Για το φαινόμενο των κουρσάρων
και τη διάκρισή τους από τους πειρατές, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, βλ. A. Constam, Privateers and pirates, 1730-1830, 2001.
31. Ό.π., σελ. 980. Εξάλλου και στην περίπτωση του άγγλου κουρσάρου Raleigh, όταν αυτός παρέβη τα όρια της εξουσιοδότησης της βασίλισσας Ελισάβετ, με την καταλήστευση των λιμένων στην Καραϊβική της τότε συμμάχου Ισπανίας, η Ελισάβετ τον έχρισε ιππότη. Βλ. D. Burgers, The dread pirate Bin Laden, Legal Affairs, July-Aug. 2005, σελ. 34. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε ο απαγχονισμός, το 1707, του Captain William Κidd, λόγω παραβίασης της εξουσιοδότησής του. Βλ. A. Rubin, Piracy στο: R. Bernhardt (ed.), Encyclopedia of Ρublic International Law, v. ΙΙΙ, 1997, σελ. 1037.
32. Μόνο ο Drake ενίσχυσε το βασιλικό θησαυροφυλάκιο με 500.000 λίρες, που
ισοδυναμούν με περισσότερες από 68 εκ. σημερινές λίρες. Όπως αναγράφεται στον τίτλο μιας σχετικής για την εποχή μελέτης, η πειρατεία ήταν μια business. Βλ. C. Harrold Karraker, Piracy was a business, 1953.
33. Έτσι, υπό την επίδραση της τάξης των εμπόρων (mercantile class), η Αγγλία έπαψε να θεωρεί την πειρατεία ως πατριωτική πράξη και την εξέλαβε πλέον ως μια πληγή. J. Lydon, Pirates, privateers and profits, 1970, σελ. 32-33. Όμως, παράλληλα, και μετά το 1700, άρχισε να ανθίζει η έννοια του κουρσάρου (privateering), δηλαδή πειρατών που έφεραν τα «letters of marque», που εξέδιδε ο ηγεμόνας και που επέτρεπαν τη νόμιμη σύλληψη εχθρικών πλοίων, υπό τον όρο ότι η λεία θα μοιραζόταν ανάμεσα στον κουρσάρο και την κυβέρνηση. Βλ. A. Rubin, ό.π. (υποσημ. 5), σελ. 17.
34. Α. Rubin, Piracy, στο R. Bernhardt (ed.), Encyclopedia of Public International Law, v. III, 1997, σελ. 1036. Μέχρι τότε, η αναγνώριση των letters of marque των αλλοδαπών κουρσάρων, σε βάρος των ημεδαπών πλοίων και προσώπων, βασιζόταν στην αρχή της αμοιβαιότητας, που έδιδε τη δυνατότητα αποφυγής αιματηρών συνεπειών για τους εκατέρωθεν κουρσάρους. Βλ. E. Contorovich, The piracy analogy: modern universal jurisdiction’s hollow foundation, Harvard International Law Journal, 2004, σελ. 213.
35. Α. Rubin, ό.π., σελ. 1037.
36. Ιbid.

37. Ν. Pantazopoulos, ό.π., σελ. 8.
38. Βλ. παραπάνω, υποσημ. (30-32).
39. Παράγρ. 1: «Privateering is, and remains abolished». Παρατηρείται πάντως ότι δεν είναι σαφές αν απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των κουρσάρων σε περίπτωση πολέμου μ’ ένα κράτος που δεν έχει επικυρώσει τη Διακήρυξη του 1856. Βλ. H. Fujita, Commentary, στο: N. Ronzitti (ed.), The law of naval warfare, Dordrecht, 1988, σελ. 68.
40. Ν. Pantazopoulos, ό.π., σελ. 7.
41. Bλ. παραπάνω, υποσημ. (27).
42. Ν. Pantazopoulos, ό.π., σελ. 8.

43. Δ. Θέμελη-Κατηφόρη, ό.π., σελ. 14 επ.
44. Παρατειθέμενη από τον Γ. Δημακόπουλο, Ο Κώδιξ των ψηφισμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, τ. Α΄ 1828-1839, Επετηρίδα Κέντρου Έρευνας Ιστορίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1970, σελ. 33.
45. Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φύλλο 11 (4/16 Απριλίου 1835), σελ. 67-68.
46. Ποινικός Κώδικας Νο 364, παράγρ. 4.

Πηγή : Διημερίδα Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια , Ναύπλιο 25/26 Ιουνίου 2010

Προσθήκη νέου σχολίου