triantafillo

Τριαντάφυλλο κλειστὸ εἶδ’ ἕνα παιδάκι.
Ἦταν τόσο γελαστό,
χαρωπὸ καὶ μυριστό,
τὸ τριανταφυλλάκι!
νέο τριαντάφυλλο, τριανταφυλλάκι!
Ἄχ! λουλούδι προφαντό! εἶπε τὸ παιδάκι.
Θὰ σὲ κόψω, δὲν βαστῶ!
- Ἄν μὲ κόψῃς, σοῦ κεντῶ
τὸ μικρὸ χεράκι!
εἶπε τὸ τριαντάφυλλο, τὸ τριανταφυλλάκι.
Ξεκαρδίζεται, γελᾷ τὸ τρελὸ παιδάκι,
τὸ τραβᾶ, τὸ ξεκολλᾶ...
Τί ἀγκάθια! τί πολλὰ
στὸ μικρὸ χεράκι!
Ἄχ! κακὸ τριαντάφυλλο, ἄχ, τριανταφυλλάκι!


Μετάφρασις Ἀγγέλου Βλάχου

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

elia paidi

Τὸν Κώστα τὸν ἔστειλε ἡ μητέρα του μιὰ μέρα σὲ θέλημα, ἔξω ἀπ’ τὸ χωριό. Ἔπρεπε νὰ φτάση γρήγορα καὶ περπατοῦσε βιαστικά, ῏Ηταν ὅμως καλοκαίρι κι ἀπομεσήμερο. Τὸ παιδὶ ζεστάθηκε, κουράστηκε κι εἶπε νὰ σταματήση λίγο. Κοίταξε τριγύρω μὴν ἰδῆ κανένα δέντρο σκιερό, γιὰ νὰ ξαποστάση ἀπὸ κάτω. Μὰ ὡς ἐκεῖ ποὺ ἔφτανε ἡ ματιά του, δὲν ἔβλεπε τίποτ’ ἄλλο παρὰ ἐλιές. Πῆγε λοιπὸν καὶ ξαπλώθηκε κάτω σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτές.

- Ἄχ! εἶπε μὲ στενοχώρια. Θὰ μὲ ψήση ὁ ἥλιος. Δὲν κάνει ἴσκιο ἡ ἐλιά.

Τὴν κοίταζε καὶ γρίνιαζε.

- Κοίτα ζάρες πούχει! Κοίτα ρόζους! Κοίτα κουφάλα!

Σὲ λίγο ὁ Κώστας ἔνιωσε τὰ βλέφαρά του νὰ κλείνουν βαριὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο. Τότε τοῦ Κώστα τοῦ φάνηκε, πὼς ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ λέη:

- Εἶμαι πολὺ γριά!

- Ποιός μιλεῖ; ρώτησε τρομαγμένο τὸ παιδί.

- Ἐγώ, ἡ ἐλιά! Λυποῦμαι ποὺ δὲν μπορῶ νὰ σὲ δροσίσω μὲ τὴ σκιά μου! Μὰ ἂν θέλης, θὰ σοῦ κουβεντιάσω λιγάκι, γιὰ νὰ σὲ διασκεδάσω.

- Καὶ, τί ξέρεις νὰ πῆς ἐσύ;

- Τὰ χρὸνια μ’ ἔμαθαν πολλὰ πράματα, παιδάκι μου. Εἶδα τόσους ἀνθρώπους νὰ γεννιῶνται, νὰ γερνοῦν καὶ νὰ πεθαίνουν! Γνώρισα τὸν παπποὺ τοῦ προπάππου σου. Κι ἀκόμα ζῶ, καθὼς βλέπεις.

- Τί μικρὰ ποὺ εἶναι τὰ φύλλα σου, ἐλιά! Κοντὰ στὸ ποταμάκι φυτρώνουν πλατάνια. Κάθε φύλλο τους κάνει γιὰ ἐκατὸ δικά σου. Καὶ τί ὡραῖο χρῶμα ποὺ ἔχουν! Ἐσένα εἶναι σὰν ξεθωριασμένα.

- Δὲν εἶναι τὸ μέγεθος, μήτε τὸ χρῶμα, τὸ μεγαλύτερο καλό, εἶπε ἡ ἐλιά.

- Ἔχομε μεῖς κάτι πορτοκαλιὲς στὴν αὐλή μας! Τὴν ἄνοιξη βγάζουν ἄσπρα λουλουδάκια. Μυρίζουν τόσο δυνατά! Λὲς κι εἶναι ὅλη ἡ γειτονιὰ ἕνα ἀπέραντο περιβὸλι. ᾽Εσὺ δὲ μοσκοβολᾶς, ἐλιά.

- Δὲν εἶναι ἡ εὐωδιὰ τὸ μεγαλύτερο καλό, ξαναεῖπε ἡ ἐλιά.

- Ἄμ ἡ ὀμορφιὰ τους; Τὰ πορτοκάλια μας λάμπουν σὰν τὸν ἥλιο!

- Μήτε ἡ ὀμορφιὰ δὲν εἶναι τὸ μεγαλύτερο καλὸ γιὰ ἕνα δέντρο, τοῦ εἶπε πάλι ἡ ἐλιά.

- Δὲν εἶναι μόνο ὄμορφα τὰ πορτοκάλια! Φώναξε τὸ παιδὶ μὲ θυμό. Ἔχει ὁ καρπός σου τὴ γλύκα τους;

Ὁ καρπός μου ὄχι, μὰ ἐκεῖνο ποὺ βγαίνει ἀπ’ τὸν καρπό μου, ξαναεῖπε ἥσυχα ἐκείνη. Κάτω ἀπ’ τὴ βαριὰ πέτρα τοῦ  λιοτριβιοῦ ὅλος ὁ χυμός του στραγγίζει. Κι αὐτὸς ὁ χυμὸς εἶναι τὸ χρυσὸ τὸ λάδι. ῾Εκατοντάδες χρόνια τρέφω τοὺς  ἀνθρώπους μ’ αὐτό. Κι ὅσο μὲ κὸβουν καὶ μὲ μαδοῦν, τόσο περισσότερο καρπὸ βγάζω.

- Ἄ! ναί, τὸ λάδι! Εἶπε σὰν ντροπιασμένο τὸ παιδί. ῾Η μητέρα μου λέει, πὼς αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ χωριοῦ μας.

- Ὁ ταπεινός μου καρπὸς εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸ Θεό. ᾽Εκεῖνος ἀνάβει τὰ λυχνάρια σας τὸ βράδυ καὶ παρηγορεῖ τοὺς στρατοκόπους τῆς νύχτας. Ἐκεῖνος σκορπίζει καὶ τὸ γλυκὸ φῶς, ποὺ τρεμοσβήνει μέσα στὰ καντήλια τῆς ἐκ κλησίας. Αὐτὰ εἶπε σιγὰ σιγὰ ἡ γέρικη ἐλιὰ καὶ σώπασε.

Τὸ ἀεράκι, ποὺ φύσηξε ἀπαλὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀνάμεσ’ ἀπ’ τὰ μικρὰ φυλλαράκια τῆς ἐλιᾶς, τὰ ἔκαμε νὰ μουρμουρίσουν ἐλαφρά. Ὁ Κώστας, ποὺ ἔνιωσε τὴ δροσιὰ νὰ τοῦ χαϊδεύη τὸ ἱδρωμένο του μέτωπο, ἀνάσανε ἀπὸ εὐχαρίστηση καὶ ξύπνησε. Θυμήθηκε τ’ ὄνειρό του καὶ κοίταξε μὲ σεβασμὸ τὴν ἐλιά, ποὺ εἶχε γνωρίσει τοὺς παπποῦδες του. Καὶ καθὼς σηκώθηκε ὁ Κώστας, γιὰ νὰ φύγη, ψιθύρισε:

- Ἔχεις δίκιο, ἐλιά. Τὸ βλέπω. ᾽Εσὺ εἶσαι ἡ ἀγαπημένη τοῦ Θεοῦ.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

rodi

Ὁ πεῦκος φουντωτὸς ἐκαμάρωνε στὴν πόρτα ἀπέξω τοῦ περιβολιοῦ.

Μιὰ μέρα εἶδε μὲς ἀπὸ τὸν φράκτη νὰ προβαίνῃ μιὰ κοντὴ ροδιά. Ποιός τὴν ἔφερε κεῖ πέρα, κανεὶς δὲν ξέρει μήτε κι ὁ πεῦκος, ποὺ ἐφύλαγε τὴν πόρτα.

Καθὼς τὴν εἶδε ὁ πεῦκος τὴν ροδιὰ κοντὴ ἔτσι μὲ τὰ πτωχὰ τὰ φυλλαράκια της, τὴν ἐπεριφρόνησε· δὲν ἐκαταδέχθηκε νὰ τὴν προσέξῃ.

᾽Επύκνωνε αὐτὸς τὰ ἀμέτρητα τὰ φύλλα του, γιατὶ ἦταν ἄνοιξι. Ἀνυπόμονος ἐβιαζόταν νὰ φουντωθῆ πιὸ πολὺ ἀκόμη καὶ νὰ καμαρώσῃ.

Τὴν κοντούλα τὴν ροδιὰ δὲν τὴν ἔβλεπε καθόλου.

Μιὰν αὐγὴ ὅμως ἡ ροδιὰ εὑρέθηκε ἀνθισμένη στὰ κόκκινα, στὰ φλόγινα ντυμένη. Ἡ φορεσιά της ἐθάμπωσε τὸν πεῦκο.

Στὴν ἀρχὴ αὐτὸς ἐπαραξενεύθηκε πολύ, ἄφησε τὴν ὑπερηφάνεια κι ἔσκυψε καὶ ἐπρόσεχε, ὅλο ἐπρόσεχε τῆς ροδιᾶς τὴν τόσο φουντωμένη ἀνθοβολιά. Καὶ δὲν ἔνοιωσε, πὼς ἔτσι ἐπροσκυνοῦσε τὴν ταπεινούλα τὴν ροδιά.

Τῆς ροδιᾶς ὅμως ὅλη ἡ προσοχή της καὶ ἡ λατρεία της ἦταν στὰ ἄνθη, τὰ παιδιά της.

- Τὶ καμάρι! ἔλεγε ὁ πεῦκος. Οὔτε γυρίζει νὰ μὲ ἰδῇ.

Καὶ ἐφυσομανοῦσε, ἐστιόταν καὶ ἐλυγιόταν, γιὰ νὰ τὴν κάμη νὰ προσέξη. Τέλος παρηγορήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ ρέψη γρήγορα στὸ χῶμα τῆς ροδιᾶς ἡ ὑπερηφάνεια.

Καὶ ἡ ὥρα αὐτὴ φαίνεται πὼς ἐρχόταν στ’ ἀλήθεια. Τ’ ἄνθη τῆς ροδιᾶς ἕνα - ἕνα ἔσβηναν καὶ ἐχάνονταν.

Τοῦ πεύκου ἡ χαρὰ ἦταν τώρα πολυθόρυβη.

- Τὴν ἔπαθες καλά! εἶπε ὁ πεῦκος. Τὸ ἐπερίμενα.

Ὅμως τί ἔγινε πάλι μιὰν αὐγή; ᾽Εξύπνησε ὁ πεῦκος μας καὶ τί νὰ ἰδῇ; Στὸν τόπο τῶν πεσμένων λουλουδιῶν εἶχαν προβάλει ρόδια μικρά, μεγάλα, φλόγινα, κόκκινα καὶ στρογγυλὰ καὶ παχουλὰ σὰν τοῦ μικροῦ παιδιοῦ τὰ μάγουλα.

Τότε πιὰ ἐπῆγε ὁ πεῦκος νὰ χλωμιάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἔβλεπε τὰ δικά του τὰ παιδιά, τὰ κουκουνάρια, καὶ δὲν ἤξερε ποῦ νὰ τὰ κρύψη ἀπὸ τὴν ντροπή του. Μὰ ἔκανε ὑπερηφάνεια τὴν ντροπὴ καὶ ἐσώπαινε. Καὶ ἐπερίμενε νὰ ἰδῇ τί ἄλλο θ’ ἀπογίνῃ μὲ τὴν φαντασμένη τὴν ροδιά.

Τέλος ἔφθασε ἡ ἡμέρα, ποὺ ἔπρεπε καὶ ὁ πεῦκος νὰ χαρῇ λιγάκι. Καὶ νὰ παρασταθῇ στῆς ροδιᾶς τὴν συμφορά.

Κορίτσια ἐμπῆκαν καὶ ἔκοψαν ὅλα τῆς ροδιᾶς τὰ ρόδια. Καὶ τὴν ἐξεγύμνωσαν καὶ τὴν ἄφησαν πεντάρφανη. Καὶ ἦταν ἀληθινὰ γιὰ κλάμμα ἡ ὄψι τῆς ροδιᾶς.

Ὁ πεῦκος ἐσείσθηκε καὶ ἀναταράχθηκε ἀπὸ τὴν χαρά του.

- Ὄμορφη εἶσαι τώρα! εἶπε στὴν ροδιά. Παρηγορήσου, αὐτὴ ἦταν ἡ μοῖρά σου καὶ δὲν τὴν ἐγλύτωσες! Τί ἐνόμισες;

- Ὑψηλότατέ μου ἄρχοντα! εἶπε ἡ ροδιά. Θαρρεῖς πὼς ἔχω λύπη γιὰ τὸν θησαυρό, ποὺ μοῦ ἐτρύγησαν; Αὐτὴ ἦταν ἴσια ἴσια ἡ χαρά μου! Τῆς ζωῆς μου ὁ μόνος λόγος εἶναι νὰ μοιράζω τὰ καλά μου σ’ ὅσους τὰ χρειάζονται καὶ ὕστερα ἄλλα πιὸ ὄμορφα νὰ τοὺς ἑτοιμάζω.

Γιάννης Βλαχογιάννης

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΣΤ' Δημοτικού 1955

elaionas

Μιὰ ἡμέρα ἡ Ξανθούλα ἐπῆγε μὲ τὴ γιαγιά της στὸν ἐλαιῶνα. Ἐκεῖ ἧταν πολλὰ δένδρα φυτευμένα! Ὅπου καὶ ἂν ἐγύριζε τὰ μάτια  της, ἔβλεπεν ἐλιές. Τὰ φύλλα τους ἦταν στενόμακρα καὶ μυτερὰ στὴν ἄκρη. Στὸ ἐπάνω μέρος ἦταν καταπράσινα καὶ στὸ κάτω  λαμπερὰ σὰν ἀσήμι. Μερικὰ δένδρα, ποὺ ἦταν φουντωτά, ἔσμιγαν τὰ κλωνάρια τους μὲ τὰ ἄλλα.

- Κρυφομιλοῦν σὰν γειτόνισσες, γιαγιά, εἶπεν ἡ Ξανθούλα, ἅμα εἶδε τὰ δένδρα ἔτσι ἀνταμωμένα.

- Ἀλήθεια, παιδί μου. Τὰ δένδρα αὐτὰ φαίνονται σὰν νὰ καταλαβαίνουν. Ἐγὼ ἀγαπῶ κάθε δένδρο. Ἁλλ’ ἡ μεγάλη μου συμπάθεια εἶναι ἡ ἓλιά.

- Ὅλες εἶναι καταφορτωμένες ἀπὸ καρπό, παρετήρησεν ἡ Ξανθούλα.

- Ναί, παιδί μου. ‘Εφέτος θὰ ἔχωμε λαδιά. ῎Οπως φαίνεται, εἶναι πλούσια ἡ ἐσοδεία. Ὁ καλὸς Θεὸς δὲν μᾶς ἀφήνει ἀπὸ τίποτε. Τὸ
καλοκαίρι ἐβγάλαμε καρπούζια καὶ πεπόνια καὶ τὰ ἐπωλήσαμε. Ὕστερα ἐπωλήσαμε σταφύλια, σῦκα, ἀχλάδια καὶ ροδάκινα. Τώρα
θὰ μαζέψωμε καὶ τὶς ἐλιὲς καὶ θὰ βγάλωμε λάδι. Ἄς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοὔ.

- Γιατί, γιαγιά, μερικὲς ἐλιὲς ἔχουν κουφάλες;

- Γιατὶ εἶναι γέρικες, Ξανθούλα μου. Ποιός ξέρει πόσων χρονῶν θὰ εἶναι! Τὸν ἐλαιῶνα αὐτὸν ἤμουν κοριτσάκι καὶ τὸν θυμοῦμαι  ἔτσι.

Καὶ ὁ πατέρας μου, καθὼς μοῦ ἔλεγε, ἔτσι τὸν ἤξερε. Λογάριασε λοιπὸν πόσο παλιὸς εἶναι. Ἡ ἐλιὰ εἶναι δένδρο, ποὺ ζῇ πολλὰ χρόνια, μακρόζωο.

- Πότε θὰ ὡριμάσουν, γιαγιά, οἱ ἐλιὲς νὰ τὶς μαζέψωμε;

- Μὲ κανένα μῆνα, Ξανθούλα, θὰ εἶναι ἕτοιμες.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

trapezi

Μέσα στὴν τάξη τοῦ Κωστάκη, πάνω σ’ ἕνα ὡραῖο τραπεζάκι, εἶναι τοποθετημένα μερικὰ ἀνθοδοχεῖα. Τὰ παιδιὰ φροντίζουν πάντα μὲ τὴ σειρά τους νὰ τὰ στολίζουν μὲ λουλούδια τῆς ἐποχῆς: μενεξέδες, κρίνα, τριαντάφυλλα, μαργαρίτες, γαρύφαλλα καὶ ἄλλα, ποὺ κάνουν τὴν τάξη πρόσχαρη καὶ γελαστή.

Λένε πὼς τὰ λουλούδια, ὅπου καὶ ἂν βρίσκωνται, εἴτε στοὺς κήπους, εἴτε στὰ λιβάδια, εἴτε στὰ δάση, ἔχουν τὴ συνήθεια νὰ κρυφομιλοῦν μὲ τὸν ἀέρα καὶ μὲ τὶς πεταλοῦδες.

Νά τί ψιθύριζαν κάποτε τὰ λουλούδια στ’ αὐτιὰ τῶν παιδιῶν σιγανὰ σιγανά, ἔτσι ποὺ κανεὶς ἄλλος δὲν μπόρεσε νὰ τ’ ἀκούση.

- Ἀγαπημένα μας παιδιά, ξέρετε γιατί τὰ πέταλά μας εἶναι ἁπαλὰ σὰν τὸ βελοῦδο; ξέρετε γιατί μυρίζομε ἔτσι ὡραῖα; Γιατὶ κάθε
μέρα μᾶς ζωογονεῖ ὁ ἥλιος μὲ τὸ φῶς του, μᾶς νανουρίζει μὲ τὰ χάδια του ὁ καθαρὸς ἀέρας καὶ μᾶς λούζει ἡ πρωινὴ δροσιά.

Καὶ σεῖς εἶστε λουλούδια σὰν κι ἐμᾶς. Γι’ αὐτό, ἂν θέλετε καὶ σεῖς νὰ κάμετε ροδοκόκκινα μάγουλα, νὰ ζῆτε ὅσο μπορεῖτε περισσότερο ἔξω, στὸν καθαρὸ ἀέρα καὶ στὸν ἥλιο, νὰ λούζετε ὅλο σας τὸ σῶμα μὲ τὸ καθαρὸ νερό.

Κοιτάξετε! Μᾶς ἔχετε βάλει ἐδῶ τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο καὶ κάνομε μιὰν ὄμορφη ἀνθοδέσμη. Τὸ ἴδιο καὶ σεῖς μπορεῖτε νὰ γίνετε
μέσα ἐδῶ μιὰ ζωντανὴ ὄμορφη ἀνθοδέσμη.

Αὐτὰ κάποτε εἶπαν σιγὰ σιγὰ τὰ λουλούδια. Καὶ τὰ παιδιὰ τὰ ἄκουσαν καλά. Γιατὶ στὴν τάξη τοῦ Κωστάκη δὲ βλέπει κανεὶς παιδιὰ χλομὰ ἢ ἀκάθαρτα καὶ ἀκατάστατα. Ὅλα τὰ παιδιὰ εἶναι σὰ μιὰ ἀνθοδέσμη ἀπὸ δροσερὰ λουλούδια.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948