Ψιχαλίζει! ψιχαλίζει
στὴ μικρή μας τὴν αὐλή...
Τὸ φθινόπωρο ἀρχίζει,
τ’ ἀγαπῶ πολύ, πολύ.

Τό ᾽χω μέσα στὴν καρδιά μου
καὶ πετάω ἀπ’ τὴ χαρά,
νὰ μαζεύω στὴν ποδιά μου
φύλλα κίτρινα, ξερά.

Θέ μου, ὅταν πιάνῆ μπόρα,
τὰ παιδάκια τὰ πτωχὰ
καὶ τὰ σπουργιτάκια τώρα
μὴν τ’ ἀφήνῃς μοναχά.

Κι ἔτσι, ὅταν ψιχαλίζῃ
στὴ μικρή μας τὴν αὐλή,
τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἀρχίζει,
θὰ μ’ ἀρέσῃ πιὸ πολύ.

Ἰωσὴφ Κυπριανὸς

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Τίκ! τάκ! στὸ πλακόστρωτο. Τίκ! τάκ! ἐπάνω στὰ κεραμίδια. Εἶναι ἡ βροχούλα, ποὺ πέφτει σιγανή, τραγουδιστή.  Πολλὲς σταλαγματιὲς κτυποῦν τὸ παράθυρο, ποὺ εἶναι ἡ Φωτούλα.

- Ἤλθαμε, Φωτούλα, νὰ σὲ χαιρετίσωμε. Πᾶνε πιὰ οἱ ζέστες τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἔφθασε τὸ φθινόπωρο. Θὰ φυσᾷ  ἀέρας. Ὁ οὐρανὸς θὰ συννεφιάζῃ, θὰ βρέχη συχνά. Τὰ φύλλα τῶν δένδρων θὰ κιτρινίσουν καὶ θὰ πέσουν στὴ γῆ. Ὅπως θὰ πηγαίνῃς στὸ σχολεῖο, θὰ βρέχεται τὸ φορεματάκι σου.

Αὐτὰ λέγει ἡ βροχὴ στὴ Φωτούλα, ποὺ εἶναι δυσαρεστημένη, ποὺ βρέχει. Πῶς θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πάντοτε καλοκαίρι! Νὰ μὴ συννεφιάζη! Νὰ μὴ βρέχῃ ποτέ!

Ὁ μπάρμπα - Σπύρος ὅμως, ὁ γείτονάς τους, σκέπτεται ἀλλοιώτικα. Βλέπει τὴ βροχούλα καὶ τρίβει τὰ χέρια του ἀπὸ χαρά. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ ἡ βροχὴ δυναμώνει, ἄλλο τόσο αὐτὸς χαίρεται.

- Στέφανε! λέγει στὸ γυιό του. Στὴν ὥρα της ἦλθε, παιδί μου, ἡ βροχή. Ἦλθε γιὰ νὰ δουλέψωμε τὰ χωράφια μας καὶ νὰ τὰ σπείρωμε. Δοξασμένος ἂς εἶναι ὁ ἅγιος Θεός. Ὅλα τὰ δίνει μὲ τὴ σειρά τους. Ἐμεῖς μονάχα εἴμεθα ἀνυπόμονοι. Νὰ ἔχῃς ἕτοιμα τὰ σύνεργα. Αὔριο θ’ ἀρχίσωμε χωράφι.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιά,
γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει,
κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ
χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη.

Τοῦ σπίνου χάθηκε ἡ γλυκειὰ λαλιά,
φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι,
κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ
δὲν τρέχει, δὲν πηδᾷ δὲν καμαρώνει.

Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδί,
τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί,
ὁ καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει.

Μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά,
μικρὸς προφήτης φτερωτός, μηνᾷ
τὴν Ἄνοιξι, ποὺ θὰ γυρίση πάλι.

Γεώργιος Δροσίνης

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

froyta

Μιὰ ἡμέρα φθινοπωρινή, ὁ Τάσος μὲ τὸ Θύμιο κατέβηκαν στὸν κάμπο. ᾽Εκεῖ ἦταν τὸ περιβόλι καὶ τ’ ἀμπέλι τοῦ θείου τους.

Τὰ δένδρα καταφορτωμένα ἐλύγιζαν ἀπὸ ὀπωρικά. Περισσότερος ὁ καρπὸς καὶ λιγώτερα τὰ φύλλα.

Ὁ θεῖος ἦταν ἐκείνη τὴν ὥρα μὲ τὸν Κοσμᾶ, τὸν μανάβη, ποὺ εἶχεν ἔλθει ν᾽ἀγοράσῃ σταφύλια. Ἐδέχθηκε τοὺς  ἀνεψιοὺς μὲ χαρά.

- Ἐλᾶτε, παιδιά μου. Σκαρφαλῶστε στὰ δένδρα καὶ φᾶτε. Ἀχλάδια, μῆλα, δαμάσκηνα. Ἔχομε ἀπ᾽ ὅλα. Ὅ,τι θέλει ἡ ψυχή σας.

Ὁ Τάσος ἐτράβηξε σὲ μιὰ φουντωτὴ μηλιά. Ἔτρωγε καὶ δὲν ἐχόρταινε. Εὐωδίαζαν ἐκεῖνοι οἱ καρποί. Τί γλύκα! Τί  νοστιμάδα!

Ὁ Θύμιος ἐπροτίμησε μιὰ δαμασκηνιά. Εἶχε κι ἕνα καλαθάκι καὶ ἐμάζευε. Ἕνα στὸ καλάθι, ἄλλο στὸ στόμα.

‘Ο θεῖος ἐχαιρόταν μὲ τὴν ὄρεξι, ποὺ εἶχαν τὰ παιδιά.

Ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὰ δένδρα, τοὺς ἔδωσε ἀπὸ ἕνα καλάθι κι ἀπὸ ἕνα μαχαίρι καὶ τὰ ἐπῆγε στὸ ἀμπέλι. Οἱ  κληματόβεργες ἐλυγοῦσαν. Σαββατιανά, ροδῖτες, μοσχᾶτα, ὅλα γλυκύτατα. Οἱ ρῶγες χονδρὲς σὰν κορόμηλα.

- Εὐλογημένος καρπός, είπεν ὁ θεῖος. Τρία πράγματα εὐλόγησεν ὁ Θεός: τὸν σῖτον, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον.

Τὴν ὥρα, ποὺ ἔλεγαν αὐτά, λίγο πιὸ πέρα, μιὰ γριούλα, ἡ κυρὰ Ξενιά, ἐκουβέντιαζε. Τὰ εἶχε βάλει μὲ τὰ σπουργίτια. Ἑκουβέντιαζε μαζί των, σὰν νὰ εἶχε μπροστά της ἀνθρώπους.

- Καλέ, δὲν πᾶτε στὶς συκές; Τί ἔρχεσθε καὶ τρῶτε τὰ δικά μου τὰ σῦκα, ποὺ ἡλιάζω;

Ἡ καημένη εἶχεν ἁπλωμένα μερικὰ σῦκα στὶς καλαμωτὲς καὶ τὰ σπουργίτια τῆς τὰ ἔτρωγαν.

- Τὸ μερίδιό των παίρνουν, κυρὰ - Ξενιά μου, τῆς ἐφώναξε γελῶντας ὁ θεῖος. Τὰ ἡμεροδούλια των. Μᾶς καθαρίζουν τὰ δένδρα ἀπὸ τὰ ζουζούνια καὶ τὶς κάμπιες. Γιὰ πληρωμὴ δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφήνωμε νὰ τρώγουν;

Τὴν ὥρα ἐκείνη τὰ παιδιὰ ἄρχισαν νὰ τραγουδοῦν ἕνα τραγούδι γιὰ τὰ σπουργίτια.

Ὕστερα προχώρησαν στ’ ἀμπέλι. Τὰ παιδιὰ μὲ τὰ καλάθια καὶ μὲ τὰ μαχαίρια ἄρχισαν νὰ κόβουν.

- Ροδῖτες πιὸ πολλούς, παιδιά, νὰ κόβετε, Αὐτοὶ εἶναι πιὸ ὥριμοι, εἶπεν ὁ θεῖος. Οἱ φράουλες καὶ οἱ σιδερῖτες ἀκόμα  βαστοῦν, δὲν ὡρίμασαν καλά.

Ὅπως ἔκοβαν, φρούτ! ἐπετοῦσαν ἀπὸ τὶς ρίζες τσίχλες καὶ σπουργίτια. Κάπου-κάπου ἐξετρύπωνε καὶ κανένας  κότσυφας.

- Βόσκουν, τὰ καημένα, ἔλεγεν ὁ θεῖος. Ἄς εἶναι καρπὸς καὶ ἂς τρώγουν κι αὐτά.

Σὲ λίγο τὸ μάζεμμα τῶν σταφυλιῶν ἐτελείωσε. Οἱ κόφες ἐγέμισαν καὶ ἐζυγίσθηκαν. Ὁ Τάσος καὶ ὁ Θύμιος ἔκαμαν τὸ λογαριασμό. Ὁ Κοσμᾶς, ὁ μανάβης, ἐπλήρωσε καὶ ἐφόρτωσε.

- Σὲ καλὴ μεριὰ τὰ χρήματα, κύρ - Χρῖστο, εἶπεν, ὅταν ἔφευγε.

- Κι ἐσὺ καλὰ κέρδη, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ Θείου.

Κοντὰ στὸ ἀμπέλι τοῦ θείου, κάτω ἀπὸ ἕνα πλατάνι, ἔβγαινε νερὸ δροσερό. Ὁ Θύμιος μὲ τὸν Τάσο ἐδίψασαν κι ἐπῆγαν να πιοῦν.

- Παιδιά, προσοχή, Ἐκεῖ πηγαίνουν πολλὲς μέλισσες. Νὰ μὴ τὶς πειράξετε. Θὰ σᾶς ριχθοῦν, εἶπεν ὁ θεῖος.

Αὐτὸ τοὺς τὸ εἶπε, γιατὶ ὁ Θύμιος συχνὰ τὶς ἐπείραζε. Ὅταν ἔβλεπε μέλισσες, ἐννοοῦσε σώνει καὶ καλὰ νὰ τὶς κυνηγᾷ.

paidia ampeli

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Πάει πιὰ τὸ καλοκαίρι. ῎Εφυγαν τὰ πουλιά· ἐταξίδεψαν τὰ γοργόφτερα χελιδόνια· κι ἀπόμειναν οἱ τσίχλες, τὰ κοτσύφια κι οἱ μπεκάτσες. Οἱ ἡμέρες μικραίνουν.

῾Ο ἀέρας σκορπάει μακρυὰ τὰ κιτρινισμένα φύλλα κι ὅλο ξεγυμνώνει τὰ δέντρα. Τ’ ἀμπέλια τὰ τρύγησαν. Λίγα, πολὺ λίγα, χρυσάνθεμα στολίζουν ἀκόμα τοὺς κήπους ἢ τὶς γλάστρες.

filla fthinoporou