mana

Σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸ μεγάλο
σὰν τὴν μανούλα μου εἶναι ἄλλο;

Ξυπνῶ κι ὡς νὰ τὴ δῶ μπροστά μου,
τὶκ - τάκ, τὶκ - τάκ, χτυπᾶ ἡ καρδιά μου.

Σὰν ἔρθη, ἀμέσως ἡσυχάζω,
πετιέμαι ὀρθή, τὴν ἀγκαλιάζω.

Τὸ κρύο νερὸ πῶς μὲ ζεσταίνει,
ὅταν τὸ χέρι της μὲ πλένη!

Καὶ τί ἁπαλὰ ποὺ μὲ χτενίζει,
μὲ ντύνει καὶ μὲ συγυρίζει!

Ποτὲ δὲν εἶδα νὰ θυμώνη,
πάντα μ’ ἀγάπη μὲ μαλώνει.

Τὸ γάλα ποὺ μοῦ φέρνει πίνω,
μὰ καὶ στὸ γάτο λίγο δίνω.

Σὰ φτάνη ἡ ὥρα τοῦ σχολειοῦ μου,
φωνάζω χαῖρε τοῦ σπιτιοῦ μου.

Διαβάζω, λέω τὸ μάθημά μου,
μὰ εἶν’ ἡ μανούλα μακριά μου.

Κι ὅλο ἡ καρδιὰ τὶκ τὰκ μοῦ κάνει,
τὸ μεσημέρι ὡς νὰ σημάνη.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

Προσθήκη νέου σχολίου