Κάθε πρωί, ποὺ ξυπνᾷ ὁ Φάνης δὲν βλέπει τὸν πατέρα στὸ σπίτι τους. Ἔχει σηκωθῆ ἀπὸ ἐνωρὶς κι ἔχει φύγει γιὰ τὴ δουλειά του. Καὶ ὅταν ἀκόμα εἶναι χειμῶνας καὶ ὁ καιρὸς κακός, καὶ τότε πάλι ὁ πατέρας φεύγει ἀπὸ τὸ σπίτι. Πηγαίνει νὰ ἐργασθῇ.

Ὅταν ὁ Φάνης ἦταν πιὸ μικρός, δὲν ἔνοιωθε γιατί ἔφευγε ὁ πατέρας κι ἔλεγε στὴ μητέρα του;

- Ὀ πατέρας, καλή μου μητερούλα, δὲν μᾶς ἀγαπᾷ. Δὲν κάθεται καθόλου νὰ μᾶς ἰδῇ. Φεύγει πολὺ πρωὶ καὶ δὲν τὸν βλέπομε διόλου.

- Δὲν ἔχεις δίκιο, παιδί μου, νὰ λέγῃς αὐτά. Ἄν ὁ πατέρας δὲν ξυπνήσῃ ἐνωρὶς καὶ δὲν ἐργασθῇ, τότε ποιός θὰ μᾶς θρέψῃ; Ποιός θὰ βγάλῃ χρήματα γιὰ νὰ πληρώσωμε τὸ νοίκι καὶ τὰ ἄλλα μας ἔξοδα; Ποιός θὰ σοῦ πάρῃ βιβλία καὶ τετράδια γιὰ τὸ σχολεῖο; Ἴσα - ἴσα, ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾷ γιὰ τοῦτο φεύγει τόσο πρωὶ καὶ πηγαίνει στὴ δουλειά του.

Αὐτὰ ἔλεγε στὸ Φάνη ἡ μητέρα του. Αὐτὸς ὅμως ἦταν μικρὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβῃ τὰ λόγια της.

Τώρα ὅμως ὁ Φάνης ἐμεγάλωσε καὶ καταλαβαίνει γιὰ ποιὸ λόγο φεύγει ἐνωρὶς ὁ πατέρας. Τώρα καταλαβαίνει γιατί γυρίζει κατάκοπος καὶ νύκτα στὸ σπίτι. Καὶ τώρα, ποὺ νοιώθει αὐτά, ξέρετε τί παρακαλεῖ τὸν Θεὸ ὁ Φάνης, στὴν προσευχή του; Νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ μεγαλώσῃ ἀκόμα πιὸ πολὺ καὶ νὰ τελειώσῇ τὸ σχολεῖο. Καὶ τότε θὰ εἰπῇ στὸν πατέρα του:

- Καλέ μου πατερούλη! Φθάνει πιὰ ποὺ τόσο ἐδούλεψες. Τώρα ἐμεγάλωσα ἐγὼ τὸ παιδί σου, ὁ Φάνης, καὶ μπορῶ νὰ σὲ βοηθῶ. Ἀπὸ τώρα καὶ πέρα θὰ σηκώνωμαι ἐγὼ πιὸ πρωὶ καὶ θὰ πηγαίνω στὴ δουλειά. Ἐγὼ θὰ φροντίζω γιὰ ὅλους μας. Ἐγὼ θὰ κάνω γιὰ τὸ σπίτι μας ὅ,τι ἔκανες ἐσὺ γιὰ μᾶς ὣς τώρα. Ἐσὺ πιὰ νὰ καθίσῃς νὰ ξεκουρασθῇς.

Αὐτὰ θὰ εἰπῇ στὸν πατέρα του, ὅταν μεγαλώσῃ ὁ Φάνης. Ὁ καλὸς Θεὸς ἂς τὸν βοηθήσῃ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ζητεῖ.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Προσθήκη νέου σχολίου