-Βοήθησέ με, Χαρούλα, νὰ πετάξω τὸν ἀετό μου, εἶπε ὁ Νίκος στὴν ἀδερφούλα του, ἀφοῦ προσπάθησε νὰ τὸν  πετάξη μόνος του καὶ δὲν τὸ κατάφερε. Ὁ ἀετὸς σερνόταν ἐπάνω στὴ γῆ.

῾Η Χαρούλα ἔτρεξε μὲ πολλὴ προθυμία, πῆρε τὸν ἀετό, τὸν σήκωσε ψηλὰ καὶ τὸν ἄφησε νὰ πετάξη. Ἀλλὰ ὁ Νίκος δὲν πρόλαβε νὰ τρέξη κι ὁ ἀετὸς ἔπεσε πάλι καταγῆς.

-Ἀδέξια ποὺ εἶσαι, καημένη! Εἶπε ὁ Νίκος.

Σ’ αυτὸ δε φταίω ἐγώ, αποκρίθηκε η Χαρούλα. Τὸ σφάλμα εἶναι δικό σου, ποὺ δὲν ἔτρεξες ἀμέσως, μόλις ἀφῆκα τὸν
ἀετό.

Προσπαθῆστε πάλι, παιδιά, εἶπε ὁ θεῖος τους, ποὺ καθόταν μπροστὰ στὴ θύρα καὶ παρακολουθοῦσε τὸ παίγνίδι τῶν
παιδιῶν.

῾Η Χαρούλα πῆρε πάλι τὸν ἀετὸ καὶ τὸν κράτησε ψηλά. Τὴ φορὰ ὅμως αὐτὴ ὁ Νίκος βιάστηκε πάρα πολύ. ῎Ετρεξε
τόσο ξαφνικά, ποὺ τράβηξε τὸν ἀετὸ ἀπότομα ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Χαρούλας. Κι ὁ ἀετὸς ἔπεσε φαρδὺς πλατὺς κάτω, ὅπως καὶ πρῶτα.

-Καὶ τώρα ποιός φταίει; ρώτησε ἡ Χαρούλα.

-Προσπαθῆστε πάλι, ξαναεῖπε ὁ θεῖος τους.

Αὐτὴ τὴ φορὰ κι οἱ δυὸ ἦταν προσεκτικώτεροι. Ἀλλὰ ἕνας ἄνεμος δυνατός, ποὺ φύσηξε ἀπὸ τὸ πλάι, ἅρπαξε τὸν
ἀετὸ καὶ τὸν ἔριξε ἐπάνω σὲ κάτι θάμνους. ᾽Εκεῖ μπλέχτηκε ἡ οὐρά του κι ὁ φτωχὸς ἀετὸς ἔμεινε κρεμασμένος μὲ τὸ
κεφάλι πρὸς τὰ κάτω.

-Τὰ βλέπεις; εἶπε ο Νίκος. Τὸν ἔριξες λοξὰ καὶ γι’ αὐτὸ πῆγε πρὸς αὐτὴ τὴ μεριὰ.

-Μά, Νίκο, μπορῶ ἐγὼ νὰ κάμω τὸν ἄνεμο νὰ φυσήξη κατευθείαν; ἀποκρίθηκε ἡ Χαρούλα.

῾Ο θεῖος τους, ὅταν εἶδε τὸν ἀετὸ κρεμασμένο, σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση του, ξέμπλεξε τὴν οὐρὰ τοῦ ἀετοῦ καὶ τοὺς εἶπε:

-Ἐλᾶτε, παιδιά. Ἐδῶ ὁ τόπος εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ θάμνους. ᾽Ελᾶτε νὰ εὕρωμε ἕνα μέρος πιὸ ἀνοιχτὸ καὶ τότε προσπαθῆστε πάλι.

Καὶ ὁδήγησε τὰ παιδιὰ σ’ ἕνα ὁμαλὸ τόπο, ποὺ ἦταν καταπράσινος ἀπὸ τὴ χλόη.

Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἑτοιμάστηκαν, κράτησε πάλι ἡ Χαρούλα τὸν ἀετὸ καὶ τὸν ἀφῆκε ἀκριβῶς τὴ στιγμή, ποὺ ἔκαμε ὁ Νίκος νὰ τρέξη. Ὁ ἀετὸς ἀνέβηκε ψηλὰ σὰν μπαλόνι καὶ πετοῦσε μιὰ χαρά. Μὰ ὁ Νίκος χαρούμενος, ποὺ ἔνιωθε τὸ σπάγγο
νὰ τραβᾶ, στάθηκε γιὰ μιὰ στιγμή, γιὰ νὰ καμαρώση τὸν ἀετό.

Ὁ σπάγγος ὅμως χαλαρώθηκε κι ἐπειδὴ ὁ ἄνεμος δὲν ἦταν ἀρκετὰ δυνατός, ὁ ἀετὸς ἔπεσε πάλι ἐπάνω στὴ χλόη.

-Ἄχ, καημένε Νίκο, δὲν ἔπρετε νὰ σταματήσης, εἶπε ὁ θεῖος. Ἄς εἶναι ὅμως, προσπάθησε πάλι.

-῎Οχι, δὲ θὰ προσπαθήσω πιά, εἶπε ὁ Νίκος στενοχωρημένος. Δὲν εἶναι ἀετὸς αὐτός! Τί νὰ κάθωμαι νὰ βασανίζωμαι μ’ ἕναν ἀετό, ποὺ δὲν πετᾶ.

Κι ὁ θεῖος τοῦ λέει:

-Μπά, Νίκο, θὰ παρατήσης τὸ παιγνίδι σου ὕστερα ἀπὸ τόσους κόπους, ποὺ κάναμε; τόσο εύκολα ἀπελπίζεσαι, ἐπειδὴ σοῦ παρουσιάστηκαν λίγες δυσκολίες; ἔλα, τύλιξε τὸ σπάγγο σου καὶ προσπάθησε πάλι.

Αὐτὴν τὴ φορὰ ὁ ἀετὸς ἀνέβηκε μὲ τὸν ἀέρα σὰ φτερό. Κι ὅταν τελείωσε ὅλος ὁ σπάγγος, ὁ Νίκος στάθηκε,
κρατώντας σφιχτὰ στὸ χέρι του τὸ ξυλαράκι. Ὅλο χαρὰ κοίταζε τὸν ἀετό, ποὺ φαινόταν τώρα σὰ μιὰ μικρὴ ἄσπρη κουκκίδα στὸ γαλάζιο οὐρανό.

-Κοίτα, θεῖε, κοίτα, τί ψηλὰ ποὺ πετᾶ! Καὶ μὲ τί δύναμη τραβᾶ! Θαρρεῖς κι εἶναι ἄλογο, ποὺ τραβᾶ τὸ χαλινάρι. Κι ἄλλο τόσο σπάγγο νὰ εἶχα, θὰ τὸν ἄφηνα ὅλο. Θὰ πήγαινε στὰ σύννεφα!

Ἀφοῦ ὁ Νίκος διασκέδασε ἁρκετὰ μὲ τὸν ἀετό ἄρχισε νὰ τυλίγη σιγὰ σιγὰ τὸ σπάγγο· καὶ ὅταν ἔπεσε ὁ ἀετός, ἔτρεξε
καὶ τὸν σήκωσε. ῾Η χαρά του ἦταν μεγάλη, ὅταν εἶδε, ὅτι ὁ ἀετός του δὲν ἔπαθε τίποτε, ἂν καὶ πετοῦσε τόση ὥρα.

-Θάρθωμε, θεῖε, κι αὔριο μετὰ τὸ μάθημα νὰ προσπαθήσωμε πάλι.

Πηγή  : Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946

Προσθήκη νέου σχολίου