Ὁ πατέρας τοῦ Φάνη εἶναι στὰ ξένα. Ἐργάζεται στὴν πολιτεία. Ὅταν ἐπλησίαζαν τὰ Χριστούγεννα, ἔγραψε στὴ γυναῖκά του.

Ἀγαπητή μου Ἀσημῖνα.

Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶμαι καλὰ καὶ εὔχομαι τὸ ἴδιο καὶ γιὰ σᾶς. Ἑτοιμάζομαι νὰ ἔλθω στὸ χωριὸ γιὰ νὰ ἑορτάσωμε τὴν  Γέννησι τοῦ Χριστοῦ ὅλοι μαζί. Ἐπεθύμησα πολὺ νὰ σᾶς ἰδῶ. Πόσο θὰ χαρῶ, ἂν μάθω, πὼς τὸ παιδί μας, ὁ Φάνης, προοδεύει στὰ μαθήματα!

Λίγες ἡμέρες μᾶς χωρίζουν ἀκόμα ἀπ᾽ τὴ μεγάλη ἑορτή. Χαιρέτησέ μου τὸ παιδί.

Μὲ ἀγάπη
Νῖκος Αὐγέρης

Πόσο ἐχάρηκαν, ὅταν ἐπῆραν τὸ γράμμα! Μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, ποὺ θὰ γεννηθῇ στὴ φάτνη, θὰ καλοδεχθοῦν καὶ τὸν πατέρα ἀπὸ τὴν πολιτεία.

Ὁ Φάνης κάθε πρωί, ποὺ ξυπνᾷ λογαριάζει πόσες ἡμέρες ἀπομένουν ὣς τὴν μεγάλη ἑορτή. Μὰ ὅσο τὶς λογαριάζει, ἄλλο τόσο τοῦ φαίνονται, πὼς ἀργοῦν. Σὲ κάποιο διάλειμμα μιὰ παρέα παιδιῶν, θέλοντας νὰ πειράξῃ τὸ Φάνη, ἄρχισε νὰ λέγη:

- Ξέρετε, παιδιά; Τὰ Χριστούγεννα ἐφέτος θὰ τὸς ἑορτάσωμε τὸ καλοκαίρι. Ἔτσι διέταξαν.

Ὀ Φάνης, ἀθῷο παιδί, δὲν ἐκατάλαβε τὸ πείραγμα. Καὶ ὅταν ἐπῆγε στὸ σπίτι, εἶπε λυπημένος στὴ μητέρα του.

- Ξέρεις τί ἔμαθα, μητέρα; Ἐφέτος θά ἑορτάσωμε τὰ Χριστούγεννα τὸ καλοκαίρι. Τὸ ἔλεγαν τὰ μεγάλα παιδιὰ στὸ σχολεῖο.

Ἡ μητέρα ἐγέλασε μὲ τὴν καρδιά της. - Ἀθῷό μου παιδί! Τά μεγάλα παιδιὰ σοῦ ἀστειεύθηκαν! Τὰ Χριστούγεννα πάντα
ἔρχονται τὴν ἴδια ἡμερομηνία. Ἔρχονται στὶς 25 Δεκεμβρίου. Δὲν ἀλλάζουν.

Τὴν παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς ἡ χαρὰ τοῦ Φάνη δὲν περιγράφεται. Ὁ πατέρας ἦλθε καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισεν ἀπὸ χαρά. Ὁ Φάνης ἔδειξε τὸν ἔλεγχο μὲ τοὺς βαθμοὺς καὶ ὁ πατέρας εὐχαριστήθηκε καὶ ἔδωκε στὸ Φάνη μιὰ ὡραία σάκκα, μιὰ κασσετῖνα καὶ παιγνίδια διάφορα. Ὁ Φάνης πάλι, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ, τοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εἶπεν ὡραῖα ποιήματα, ποὺ ἔμαθε στὸ σχολεῖο.

nixtaΓιατί, γιατί νὰ φοβηθῶ,
σὰν ἔμεινα μονάχο;
Σύντροφ’ ὁ Πλάστης ἀγαθὸ
δὲν μοῦ ᾽δωσε γιὰ νά ᾽χω
τὸν φύλακ’ ἄγγελό μου;

Κι ἂν τύχῃ κ’ εἶναι σκοτεινά,
ἢ νύκτα ἢ ἐρημιά,
γιατί κακὴ νὰ μοῦ περνᾷ
ἀνόητ’ ὑποψία
ἀπὸ τὸ λογισμό μου;

Καὶ στὸ σκοτάδι καὶ στὸ φῶς
τοῦ κόσμου ἐδῶ κάτου,
ὁ φύλαξ ἄγγελος κρυφός,
μὲ τὰ γλυκὰ φτερά του
ἀόρατος μᾶς σκέπει.

Κι ἀφοῦ ὁ Πλάστης ὁ καλὸς
παντοῦ μᾶς προστατεύει,
εἶναι μωρὸς κι εἶναι τρελὸς
ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει,
πώς νὰ φοβᾶται πρέπει.

Γεώργιος Βιζυινὸς

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

mana

Σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸ μεγάλο
σὰν τὴν μανούλα μου εἶναι ἄλλο;

Ξυπνῶ κι ὡς νὰ τὴ δῶ μπροστά μου,
τὶκ - τάκ, τὶκ - τάκ, χτυπᾶ ἡ καρδιά μου.

Σὰν ἔρθη, ἀμέσως ἡσυχάζω,
πετιέμαι ὀρθή, τὴν ἀγκαλιάζω.

Τὸ κρύο νερὸ πῶς μὲ ζεσταίνει,
ὅταν τὸ χέρι της μὲ πλένη!

Καὶ τί ἁπαλὰ ποὺ μὲ χτενίζει,
μὲ ντύνει καὶ μὲ συγυρίζει!

Ποτὲ δὲν εἶδα νὰ θυμώνη,
πάντα μ’ ἀγάπη μὲ μαλώνει.

Τὸ γάλα ποὺ μοῦ φέρνει πίνω,
μὰ καὶ στὸ γάτο λίγο δίνω.

Σὰ φτάνη ἡ ὥρα τοῦ σχολειοῦ μου,
φωνάζω χαῖρε τοῦ σπιτιοῦ μου.

Διαβάζω, λέω τὸ μάθημά μου,
μὰ εἶν’ ἡ μανούλα μακριά μου.

Κι ὅλο ἡ καρδιὰ τὶκ τὰκ μοῦ κάνει,
τὸ μεσημέρι ὡς νὰ σημάνη.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

tzaki

χειμώνιασε γιὰ καλά. Ἡ βροχὴ πέφτει συχνὰ καὶ τὸ κρύο κάθε πρωΐ καὶ κάθε βράδυ εἶναι διαπεραστικό. Οἱ χωρικοὶ ἐφόρεσαν τὰ βαριὰ μάλλινά τους φορέματα. Καὶ στὸ σπίτι τὸ τζάκι καίει ἀδιάκοπα τὰ ξύλα, ποὺ  ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τὰ ἔχουν άποθηκεύσει.

Ἡ οἰκογένεια τοῦ κὺρ - Δημήτρη μαζεύεται ἀπὸ ἐνωρὶς στὸ σπίτι, ποὺ ἔγινε τώρα πιὰ χειμωνιάτικο. Ἐστρώθηκαν ὅλα τὰ δωμάτια μὲ χαλιὰ καὶ τὰ κρεβάτια μὲ χονδρὲς μάλλινες κουβέρτες. Τὶς εἶχε ὑφάνει  στὸν ἀργαλειὸ ἡ γιαγιά, ὅταν ἧτο νέα.

Τί γλυκειὰ ποὺ εἶναι ἡ ζεστασιά! Μὲ πόση ὄρεξι συνεχίζονται ὅλες οἱ δουλειὲς μέσα στὸ σπίτι!

Μιὰ νύκτα σκοτεινή, ὁ γέρο - Μᾶρκος ὁ κτίστης, ἐπήγαινε σπίτι του. Στὸ δρόμο ἀντάμωσε ἕνα παιδάκι. Μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύκτας δὲν τὸ ἐγνώρισε. Τὸ παιδάκι ἐγνώρισε τὸ γέρο-Μᾶρκο καὶ τὸν ἐχαιρέτισε :

- Καλησπέρα, παππού!

- Καλησπέρα, παιδί μου. Ποιός εἶσαι; ἐζήτησε νὰ μάθῃ ὁ Μᾶρκος.

- Εἶμαι ὁ Τάσος τοῦ Αὐγέρη, ποὺ μᾶς ἔκτισες τὸν αὐλόγυρο. Δὲν μ’ ἐγνώρισες ἀκόμα; Δὲν μὲ ἐθυμήθηκες;

Νύχτα

 

- Ἅς εἶσαι καλά, παιδάκι μου, εἶπεν ὁ Μᾶρκος. Τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν τὴν νύκτα, σὰν τὰ δικά σου, καὶ δὲν σ’ ἐγνώρισα. Ποῦ πηγαίνεις τέτοια ὥρα;

 

- Πηγαίνω ν’ ἀγοράσω ζάχαρι καὶ ρύζι, ἀποκρίθηκεν ὁ μικρός. Μ’ ἔστειλαν ἀπὸ τὸ σπίτι.

 

- Καὶ δὲν φοβᾶσαι τέτοια ὥρα στὸ δρόμο μονάχος;

 

- Γιατί νὰ φοβηθῶ; Ἐγώ, ὅπου μὲ στέλνουν δὲν φοβοῦμαι, εἶπε ξέθαρρα ὁ Τάσος. Κάνω τὴν προσευχή μου καὶ μὲ φυλάγει ὁ φύλακας ἄγγελος.

 

- Καλὰ κάνεις, ἀγόρι μου, ποὺ κάνεις τὴν προσευχή σου καὶ δὲν φοβᾶσαι. Ἄφοβος νὰ εἶσαι πάντοτε. Ἐσὺ θὰ γίνῃς καὶ στρατιώτης καλός, ποὺ εἶσαι ἄφοβος.

 

Ὁ παπποὺς μὲ τὸν Τάσο ἐπερπάτησαν μιλῶντας μαζί, ὣς ἐκεῖ, ποὺ ἐχώριζεν ὁ δρόμος. Ὁ γέρο - Μᾶρκος τότε ἔστριψε δεξιὰ καὶ ὁ Τάσος ἀριστερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸ παντοπωλεῖο.

 

- Καληνύκτα, παππού! ἐφώναξεν ὁ Τάσος τὴν στιγμή, ποὺ ἐχωρίσθηκαν.

 

- Καληνύκτα, ἀγοράκι μου! ἀποκρίθηκε ὁ γέρο - Μᾶρκος, κατευχαριστημένος ἀπὸ τὴν συντροφιὰ τοῦ μικροῦ. Νὰ πῇς χαιρετίσματα στὸν πατέρα σου.