Ποῦ θὰ πᾶμε τὴν Πρωτομαγιά;

Ἀπὸ ἡμέρες ὅλο αὐτὸ ἐρωτοῦσαν τὰ παιδιά. Ἄλλα ἔλεγαν νὰ πᾶνε στὴν Λεύκα, ἄλλα στὴν ἀκρογιαλιὰ κι ἄλλα στὴν Πλαγιαστή, ὅπου ἦταν καὶ τὸ περιβόλι τοῦ Λεωνῆ.

Στὸ τέλος ἀπεφάσισαν νὰ πᾶνε στὴν Πλαγιαστή. Ἦταν ὡραῖο τὸ μέρος ἐκεῖνο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ δάσκαλος εἶχε τὴ γνώμη νὰ πᾶνε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ὁ ἥλιος ἀκόμα δὲν εἶχε βγῆ καὶ τὰ παιδιὰ εἶχαν μαζευθῆ στὸ σχολεῖο. Ἡ Σοφία, ἡ Νίνα, ὁ Κοσμᾶς, ὅλοι μὲ τὰ σακκουλάκια στὸ χέρι.

- Ὅποιος ἀργήσῃ, δὲν θὰ τὸν πάρωμε, εἶχαν συμφωνήσει.

Μὰ ποιός θ’ ἀργοῦσε; Τόσες ἡμέρες ἐμελετοῦσαν μιὰ τέτοια ἐκδρομὴ καὶ τώρα θὰ τὴν ἔχαναν; Ὁ Δῆμος, ἂν καὶ ἀγαποῦσε τὸν ὕπνο, ὅμως στὸ ξεκίνημα παρουσιάσθηκε ἀπὸ
τοὺς πρώτους. Ἡ μητέρα τὸν εἶχεν ἐφοδιάσει μὲ ἀρκετὸ ψωμί, μὲ κεφτέδες, μὲ βραστὰ αὐγά, μὲ κασέρι.

- Εἶναι πολλά, δὲν τὰ θέλω, ἔλεγεν ὁ Δῆμος. Μὰ ἡ μητέρα τὸν παρεκίνησε νὰ τὰ πάρῃ.

- Στὴν ἐξοχή, παιδί μου, ἡ ὄρεξις ἀνοίγει. Ἔπειτα θὰ βρεθῇ καὶ κανένας μαθητής, ποὺ θὰ τύχῃ νὰ μὴν ἔχῃ καὶ τοῦ δίνεις.

Ἐξεκίνησαν τραγουδῶντας. Στὴν πρωινὴ ἡσυχία, τὸ τραγούδι ἀκουόταν μακριά. Ἐξύπνησεν ὅλο τὸ χωριό.

Πιὸ κάτω ἄρχισαν νὰ τραγουδοῦν καὶ τὰ πουλάκια. Ὅσο ἐξεμάκρυναν τόσο καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐγινόταν ὡραιότερη. Ἔφυσοῦσε δροσερὸ ἀεράκι γεμᾶτο ἀπὸ λογιῶν λογιῶν μυρωδιές. Ὅλος ὁ τόπος ἦταν κατάφυτος ἀπὸ μυρωμένα λουλούδια καὶ ἀνθο στόλιστα δένδρα. Ἀρνάκια ἐβέλαζαν καὶ κατσικάκια ἐβοσκοῦσαν στὶς πλαγιές. Τὰ παιδάκια δὲν ἤξεραν τί νὰ  πρωτοθαυμάσουν. Πιὸ κάτω ἐθυμήθηκαν τὸ τραγούδι γιὰ τὸν Μάη καὶ ἄρχισαν νὰ τὸ τραγουδοῦν.

Ὀ Μάιος.
Ὁ Μάιος μᾶς ἔφθασε,
ἐμπρός, βῆμα ταχύ,
νὰ τὸν προϋπαντήσωμε,
παιδιά, στὴν ἐξοχή.

Δῶρα στὰ χέρια του πολλὰ
και ὄμορφα κρατεῖ
καὶ τὰ μοιράζει γελαστὸς
σὲ ὅποιον τοῦ ζητεῖ.

Φέρνει τραγούδια καὶ χαρές,
λουλούδια καὶ δροσιὰ
καὶ μυρωδάτη φόρεσε
ὡραία φορεσιά.

Πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ πάρωμε,
μὴ χάνωμε καιρό,
μᾶς φθάνει ἕνα τριαντάφυλλο
κι ἕνα κλαρὶ χλωρό.


Ἄγγελος Βλάχος

Στὸ περιβόλι τοῦ Λεονῆ.
Ἐπερπάτησαν ἀρκετὰ ὥσπου νὰ φθάσουν στὸ περιβόλι. Ἦταν τὸ καλύτερο μέσα σὲ ὅλο ἐκεῖνο τὸ μέρος. Τὰ δενδράκια σὰν στρατιωτάκια στὴ σειρά. Ὅλα καλοφυτευμένα, ἴσια στὸ ἀνάστημα, ἐγέμιζαν τὶς βραγιές. Σὲ ἄλλο μέρος ἦσαν τὰ ἀνοιξιάτικα λουλούδια. Ὅ,τι χρῶμα καὶ ὅ,τι λουλούδι ἤθελες, τὸ ἔβλεπες ἐκεῖ.

Ἀλλοῦ πάλι ἧταν τὰ καρποφόρα, γεμᾶτα ἀπὸ λουλούδια, στολισμένα σὰν νυφοῦλες. Τὰ παιδιὰ τὸ ἤξεραν τὸ περιβόλι καὶ μόλις ἔφθασαν καὶ τὸ εἶδαν ἄρχισαν νὰ φωνάζουν χαρούμενα:

- Νά τὸ περιβόλι τοῦ Λεωνῆ! ἐφθάσαμε! ἐφθάσαμε! Ἄς πᾶμε μέσα νὰ τὸ ἰδοῦμε!

Ὁ δάσκαλος τοὺς ἐσύστησε νὰ μποῦν μὲ προσοχή. Νὰ μὴν κάμουν καμμιὰ ζημιά. Νὰ μὴν πατοῦν στὸ καλλιεργημένο μέρος καὶ χαλοῦν μὲ τὰ πόδια τὶς βραγιές. Μπορεῖ νὰ σπάσουν κανένα δενδράκι. Ὁ Λεωνῆς τοὺς ἐγύρισε παντοῦ. Τοὺς ἔδειξε σπάνια λουλούδια καὶ τοὺς ἔδωκε τριαντάφυλλα καὶ γαρύφαλα.

Τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν, ἐτραγούδησαν τραγούδια ἀνοιξιάτικα.

Ἔπειτα ἐπῆγαν πιὸ ἔξω, κάτω ἀπὸ ἕνα πλατάνι, νὰ ξεκουρασθοῦν. Ὅταν ἐσηκώθηκαν, ἐμάζεψαν λουλούδια τοῦ ἀγροῦ, ἔφτειασαν στεφάνια, ἤπιαν δροσερὸ νεράκι καὶ ἐχόρευσαν.

Τὸ μεσημέρι ἐκάθισαν νὰ φάγουν. Ἡ ἄνοιξις γιὰ τραπεζομάνδηλο τοὺς εἶχε στρωμένο ἕνα πράσινο χαλί, κεντημένο μὲ ὄμορφα ἀγριολούλουδα. Ἐπάνω σ’ αὐτὸ ἄδειασαν τὰ σακκουλάκια, ποὺ ἦσαν γεμᾶτα μὲ  διάφορα φαγητά: Αὐγά, τυρί, κεφτέδες, σουβλάκια, ντολμαδάκια. Ὅ,τι ἤθελες ἔβλεπες στὸ τραπέζι, ποὺ ἔστρωσαν. Οἱ καλὲς μητεροῦλες εἶχαν φροντίσει νὰ τὰ ἐφοδιάσουν μὲ ὅ,τι καλύτερο ἠμποροῦσαν.

Ὅταν ἔφαγαν, ἄρχισαν πάλι νὰ τραγουδοῦν. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἦλθε καὶ ὁ Λεωνῆς καὶ τοὺς ἔκαμε συντροφιά.
Τὰ παιδιὰ ἔμειναν στὴν ἐξοχὴ ὥσπου ἐκόντευεν ἑσπερινός. Ὕστερα ἐξεκίνησαν γιὰ τὸ χωριὸ  ἀνθοστολισμένα.

- Χαίρετε, κύριε Λεωνῆ, τοῦ εἶπαν τὴν ὥρα, ποὺ ἔφευγαν. Καὶ τοῦ χρόνου νὰ ἔλθωμε νὰ ἑορτάσωμε τὴν Πρωτομαγιὰ στὸ περιβόλι σου.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

papagalos

Χάρισαν τῆς Λέλας ἕνα μικρὸν καταπράσινο παπαγάλο. Τί χαρές, ποὺ ἔκανε ἡ Λέλα!

Ἀμέσως ἡ Λέλα τὸν ἔβγαλε Κοκό. Τοῦ ἀγόρασε ἕνα χρυσὸ κλουβὶ καὶ τὸν ἔβαλε μέσα.

Ὅλη τὴν ἡμέρα δὲν κάνει τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ περιποιῆται τὸν παπαγάλο της. Πότε τὸν ταΐζει, πότε τὸν ποτίζει, πότε τὸν χαϊδεύει, πότε παίζει μαζί του.

Μὰ καὶ τὴ νύχτα ἀκόμη ἡ Λέλα δὲν κοιμᾶται, ἂν δὲν πάρη τὸ κλουβὶ μὲ τὸν παπαγάλο κοντὰ στὸ κρεβάτι της. Γιατὶ μόλις ξυπνήση τὸ πρωὶ καὶ πρὶν ἀκόμη ντυθῆ, ἐννοεῖ νὰ παίξη πρῶτα μὲ τὸν Κοκό της.

Μ’ αὐτὸν ὅμως τὸν κύριο ἡ Λέλα παραμέλησε τὰ μαθήματά της καὶ ὅλα. Ἡ δασκάλα, ποὺ πηγαίνει σπίτι καὶ τῆς κάνει μάθημα, ἔχει μεγάλα παράπονα. Πότε ἡ Λέλα δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀριθμητικὴ καὶ πότε δὲν προσέχει, ὅταν ἡ δασκάλα τῆς ἐξηγῆ τὴ γραμματική.

- Μὰ ποῦ ἔχεις λοιπὸν τὸ νοῦ σου; τὴ ρωτᾶ ἡ δασκάλα της.

- Ποῦ ἀλλοῦ παρὰ στὸν Κοκό της! Ἀποκρίνεται ἡ μαμά.

Τὴ μαλώνουν, τῆς βάζουν τιμωρίες, μὰ γι’ αὐτὸ δὲν πολυσκοτίζεται ἡ Λέλα. ῞Ἕνα μὸνο πράμα συλλογίζεται τώρα τὸ μικρὸ της μυαλὸ: Θὰ μιλὴση ὁ παπαγάλος της ἢ δὲ θὰ μιλὴση;

Ἄλλοι τῆς λένε ναί, ἄλλοι ὄχι. Καὶ ἡ Λέλα πὸτε ἐλπίζει καὶ πότε ἀπελπίζεται.

Ὡστόσο ὁ Κοκὸς μένει βουβὸς. Ξεφωνίζει μόνο καὶ κάπου κάπου σφυρίζει. Καμιὰ ὅμως λέξη δὲν πρόφερε ἀκόμη, ἂν καὶ ἡ Λέλα ὅλη μέρα τοῦ τρώει τ’ αὐτιά, γιὰ νὰ τὸν μάθη νὰ λέη: «Καλημέρα, Λέλα!... Παπαγάλο, θέλεις καφέ;» Μιὰ μέρα ἔτυχε νὰ πάη στὸ σπίτι της ἕνας καθηγητὴς τῆς Ζωολογίας.

- Αὐτὸς θὰ ξέρη νὰ σοῦ πῆ, ἂν θὰ μιλήση ὁ Κοκός, τῆς ψιθυρίζει ἡ μητέρα της.

Ἀμέσως ἡ Λέλα τοῦ φέρνει τὸν παπαγάλο, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ.

- Τί λέτε, κύριε, θὰ μιλήση;

- Ναί, ναί, ἀπαντᾶ ὁ καθηγητής˙ αὐτῆς τῆς ράτσας οἱ παπαγάλοι μιλοῦν. Μὰ ὁ δικός σας εἶναι μικρὸς ἀκὸμη. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δυὸ χρονῶ. Ἅμα πάη ἑπτά, τότε θὰ μιλήση.

- Μπά! φώναξε καταλυπημένη ἡ Λέλα. Πρέπει νὰ γίνη ἑπτὰ χρονῶ, γιὰ νὰ μιλήση; τὰ παιδάκια ἀπὸ ἑνὸς χρόνου μιλοῦν.
- Μὰ ὁ παπαγάλος σας δὲν εἶναι παιδάκι.

Ἡ Λέλα νομίζει, πὼς πρέπει νὰ περάσουν ὀκτὼ χρόνια ἀκόμα, γιὰ ν’ ἀκούση μιὰ λέξη ἁπὸ τὸν Κοκό της· γιατὶ δὲν ξέρει νὰ κάμη τὸ λογαριασμὸ, ν’ ἀφαιρέση δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἑπτά, ποὺ χρειάζονται, τὰ δυὸ ποὺ ἔχει ζήσει ὁ παπαγάλος. Τὸ διάστημα
τῆς φαίνεται πολὺ μεγάλο. ᾽Ελπίζει ὅμως, πὼς καὶ ὁ σοφὸς καθηγητὴς μπορεῖ νὰ κάνη λάθος.

- Δὲ βαριέσαι! Λέει. Μπορεῖ καὶ τώρα νὰ μιλήση. ῎Ἔπειτα, ποιὸς ξέρει πόσο χρονῶ εἶναι; Μήπως τὸν εἴδαμε, ποὺ γεννήθηκε;

Ἔτσι τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας στὸ σπίτι τῆς Λέλας ἦταν, ἂν θὰ μιλήση ὁ παπαγάλος ἢ ὄχι.

Ἔξαφνα μιὰ μέρα ἀκούστηκε νὰ μιλῆ... ποιός; ὁ Κοκός;... Ὄχι, ἕνας ἄλλος παπαγάλος.

Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Λέλα ἔκανε μάθημα μὲ τὴ δασκάλα της. ῞Ἔτυχε νὰ εἶναι μπροστὰ καὶ ἡ μαμὰ κι ἔξω στὸ διάδρομο τὸ χρυσὸ κλουβὶ μὲ τὸν παπαγάλο.

- Ἔλα, πὲς τὴν ἀριθμητική σου, εἶπε, ἡ δασκάλα.

Κι ἡ Λέλα ἄρχισε σὰν παπαγάλος:

- Δύο οἱ δύο τέσσερεις, δύο οἱ τρεῖς ἕξι, δύο οἱ τέσσερεις ὄκτώ.

- Στάσου! Τὴ σταμάτησε ἡ δασκάλα της. Σιγὰ σιγά. Γιά πές μου: Ἄν πάρης δυὸ αὐγά, ἀπὸ δυὸ δραχμὲς τὸ ἕνα, πόσο θὰ πληρώσης;

Ἡ Λέλα μιλιά!

Μὰ τώρα δὲν τὸ εἶπες, παιδί μου; Δύο οἱ δύο τέσσερεις;

- Ἡ Λέλα ἐξακολουθεῖ νὰ σωπαίνη.

- Ὁρίστε λοιπὸν ποὺ μίλησε ὁ παπαγάλος, λέει ἡ μητέρα παιριπαιχτικά.

Ἡ Λέλα πετάχτηκε:

- Μίλησε; πὸτε; ἐγὼ δὲν τὸν ἄκουσα.

- Ἄ, Λέλα μου, εἶπε ἡ μητέρα. Ὁ καλύτερος παπαγάλος εἶσαι σύ! Ἅμα μαθαίνης ἔτσι παπαγαλίστικα τὴν ἀριθμητική σου, τί θέλομε νὰ μιλήση ὁ Κοκός; Ἔτσι κι αὐτὸς θὰ λέη λόγια, χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνη. Τὰ λὲς ἐσύ, δὲν πειράζει. Γειά σου, Λέλα  μου, παπαγαλάκι μου.

Ἡ Λέλα ἔμεινε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτὸ κι ὁ Κοκὸς ἀπὸ τὸ κλουβί του ἔβγαλε μιὰ στριγγιὰ φωνή, σὰ νὰ τὴν περίπαιζε.

Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Λέλα προσέχει περισσὸτερο στὴ δασκάλα της καὶ δὲ λέει τὸ μάθημά της, παπαγαλίστικα.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

paidi karavaki

Ὁ παπποὺς τοῦ Δημητράκη ἦταν ναυτικός. Τώρα ἦταν γέρος καὶ πιὰ δὲν ταξίδευε. Πολὺ συχνὰ ὅμως θυμόταν τὰ ταξίδια, ποὺ ἔκανε, ὅταν ἦταν νέος καὶ τὰ διηγὸταν στὸν ἐγγονό του.

Ὁ Δημητράκης ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελε. Ὅταν ὁ παπποὺς διηγόταν τὶς παράξενες ἱστορίες τῶν ταξιδιῶν του, ὁ  Δημητράκης στοχαζόταν, πὼς εἶναι πολὺ καλὸ νὰ εἶναι κανεὶς ναυτικός. Ταξιδεύεις πάντα καὶ βλέπεις τὸσους  τόπους.

Μιὰ μέρα ὁ Δημητράκης κατάφερε τὸν παππού του, νὰ τοῦ φτιάξη ἕνα ὡραῖο ξύλινο καραβάκι.

- Καὶ λές, παππού, ν’ ἀρμενίζη καλὰ τὸ καράβι μου; ρωτοῦσε ὁ Δημητράκης.

- Θ’ ἀρμενίζη περίφημα, ἂν τοῦ βάζης καλὰ τὰ πανιά του. Κανένα καράβι δὲν ἀρμενίζει καλά, ἂν δὲν κάνη ὁ καπετάνιος καλὰ τὴ δουλειά του.

Ὁ Δημητράκης, ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, σοβαρεύτηκε καὶ σκέφτηκε μὲ καμάρι:

- ᾽Εγὼ θὰ εἶμαι καλὸς καπετάνιος! Καὶ βέβαια, μπορεῖ ἄλλος νὰ εἶναι καπετάνιος, ἀφοῦ τὸ καράβι εἶναι δικό μου;

Δὲν ἔβλεπε λοιπὸν τὴν ὥρα νὰ τελειώση τὸ καράβι του. Θὰ τοῦ ἔβαζε τὰ κατάρτια, τὰ πανιά του καὶ τὴ  χρωματιστὴ σημαιούλα του. Θὰ τὸ χρωμάτιζε καὶ θὰ τὸ ἔριχνε στὰ μικρὰ λιμανάκια, ποὺ ἦταν στὴν παραλία κοντὰ στὸ σπίτι τους.

Ὁ Δημητράκης ὅμως ἦταν καὶ μαθητὴς κι ἔπρεπε νὰ πηγαίνη καὶ στὸ σχολεῖο. Πρὶν νὰ τοῦ κάμη ὁ παπποὺς τὸ καραβάκι, ὁ Δημητράκης ἦταν πολὺ τακτικὸς μαθητής. Ὁ δάσκαλος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τοῦ ἔβαζε καλοὺς βαθμούς. Ὅταν τὸ καραβάκι ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ παπποῦ καὶ πῆγε στὰ χέρια τοῦ Δημητράκη, τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Ὁ Δημητράκης πολὺ συχνὰ δὲν ἔφτανε στὸ σχολεῖο στὴν ὥρα του. Γιατί ὁ Δημητράκης τὸ πάθαινε αὐτό; Αὐτός, ποὺ ἄλλοτε ἦταν τόσο τακτικὸς καὶ ὅλο ἐπαίνους ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ δάσκαλό του;

Θὰ σᾶς τὸ πῶ μὲ μεγάλη μου λύπη.

Ὁ Δημητράκης ἔφευγε νωρὶς ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ πάη σχολεῖο.

Στὸ δρόμο ὅμως, καθὼς περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιά, χασομεροῦσε, γιατὶ ἔβαζε τὸ καραβάκι του, νὰ ἀρμενίζη  μέσα στὰ λιμανάκια. Ὅταν τελείωνε τὸ παιχνίδι του, ἔκρυβε τὸ καραβάκι του μέσα σὲ κάτι βράχους, ποὺ μόνο  αὐτὸς ἤξερε τὸν κρυψώνα τους κι ἔτρεχε στὸ σχολεῖο νὰ προφτάση τὸ μάθημα.

Στὴν ἀρχὴ πρόφταινε. Ὅσο ὅμως περνοῦσαν οἱ μέρες, τόσο τοῦ ἄρεσε, νὰ κάθεται περισσότερο στὸ λιμανάκι, νὰ παίζη μὲ τὸ καραβάκι του.

- ῎Ε! πῶς τὰ πᾶς μὲ τὸ καράβι σου, καπετάνιο; τὸν ρωτοῦσε ὁ παππούς.

- Περίφημα! ῎Ελεγε ὁ ἐγγονός. Τὸ καράβι μου ἀρμενίζει τέλεια καὶ πιστεύω, πὼς θὰ γίνω πολὺ γρήγορα καπετάνιος μὲ μεγάλο καράβι.

Πέρασαν δυὸ ἑβδομάδες καὶ στὸ σχολεῖο ἔγινε κάτι πολὺ κακὸ γιὰ τὸ Δημητράκη. Ὁ δάσκαλος παράγγειλε, μ’ ἕνα παιδί, στὸν παπποὺ τοῦ Δημητράκη νὰ πάη σχολεῖο, ποὺ τὸν θέλει. ῎Ετρεξε ὁ παπποὺς καὶ πῆγε σχολεῖο ἀνήουχος.
Στοχαζὸταν, πὼς ὁ Δημητράκης κάποιο κακὸ θὰ ἔπαθε. Μπῆκε μέσα στὸ γραφεῖο καὶ περίμενε τὸ δάσκαλο. Σὲ λίγο ἦρθε μέσα ὁ δάσκαλος μὲ τὸ Δημητράκη.

Σᾶς κάλεσα, εἶπε ὁ δάσκαλος στὸν παππού, γιὰ νὰ σᾶς πῶ, πὼς δὲν εἶμαι καθόλου εὐχαριστημένος
ἀπὸ τὸν ἔγγονό σας. Μένει πίσω στὰ μαθήματα καὶ στὸ σχολεῖο ἔρχεται πάντα ἀργά. Κοκκίνησε ὁ Δημητράκης τότε. Τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα, ὅταν ἀντίκρυσε τὸ λυπημένο πρόσωπο τοῦ παπποῦ του. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Δημητράκης δὲν ἔλεγε ποτὲ ψέματα, ὁμολόγησε τί ἔκανε στὸ δρόμο κι ἔφτανε στὸ σχολεῖο ἀργότερα.

Βλέπεις, παιδάκι μου, τοῦ εἶπε ὁ παππούς, τί ἔκαμες; Ἄν θέλης νὰ γίνης καλὸς καπετάνιος, πρέπει νὰ μάθης νὰ κυβερνᾶς πρῶτα τὸν ἑαυτό σου.

Ὁ Δημητράκης κατάλαβε πολὺ καλὰ τὰ λόγια τοῦ παπποῦ. ῾Υποσχέθηκε, πὼς δὲν θὰ τὸ ξανακάμη καὶ πὼς δὲν θὰ ἀμελῆ τὰ μαθήματά του γιὰ τὸ παιγνίδι.

tetradia

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

Ἐπῆγαν στὸν ἀνατολικὸ τοῖχο.

Ἀλλἆ τί νὰ ἰδοῦν; Αὐτὸς σὲ ἀρκετὸ μέρος εἶναι μαυρισμένος.

- Ποιός τὸν ἐμαύρισε, κύριε; ρωτᾷ ὁ Πάνος.

- Εἶναι κτυπήματα ἀπὁ τόπι, εἶπεν ὁ δάσκαλος. Κάποιο παιδὶ θὰ ἔπαιζε καὶ τὸν ἐμαύρισε. Νά! φαίνονται τὰ κτυπήματα μὲ τὸ τόπι.

Ἀκόμα δὲν τὁν ἐκαθαρίσαμε, τὸν ἐμαυρίσαμε. Λέτε νὰ εἶναι μαθητὴς αὐτός, ποὺ τὸ ἔκαμε; Τί γνώμη ἔχετε;

- Ἴσως νὰ εἶναι, κύριε, κανένα ξένο παιδί, εἶπαν μερικά.

- Μακάρι, ἐσυμπλήρωσεν ὁ δάσκαλος. Πολὺ θὰ ἤθελα νὰ μὴν εἶναι κανένας ἀπὸ σᾶς, Ἀλλὰ καὶ πιὸ κάτω μᾶς ἔκαμαν ζημιά. Μᾶς ἔξυσαν τὸν τοῖχο, μᾶς τὸν ἔγδαραν. Κάποιος, φαίνεται, ἐβάλθηκε νὰ σκαρφαλώση στὸ παράθυρο καὶ τὸν ἔξυσε. Τί θὰ γίνη, ἂν πᾶμε ἔτσι;

Ὁ δάσκαλος τώρα σιωπᾷ. Κοιτάζει τὶς ζημιὲς καὶ κουνᾷ τὸ κεφάλι του. Μὰ καὶ τὰ παιδάκια εἶναι στενοχωρημένα. Λυποῦνται καὶ αὐτά.

- Νὰ εἶναι τάχα ἕνας, ποὺ ἔκαμε αὐτὰ ἢ πολλοί; λέγουν τὰ παιδιὰ μεταξύ τους.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔβαλεν ὁ δάσκαλος καὶ ἔφτειασαν πάλι τὸν τοῖχο. Τὰ παιδιὰ δίνουν τὸν λόγο τους, πὼς δὲν θὰ ξαναγίνουν ζημιές.

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963

tetradio sakka

Μιὰ ἡμέρα ὁ δάσκαλος μίλησε μὲ τὰ παιδιὰ γιὰ τὸ σχολεῖο.

- Ὅλα ἐδῶ, παιδιά μου, τοὺς εἶπε, λαμποκοποῦν. Ἡ αἴθουσά μας εἶναι κάτασπρη. Τὸ πάτωμα, τὸ προαύλιο κατακάθαρα. Ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε τὸ σχολεῖο, τὰ ἐφόρεσε, γιὰ νὰ μᾶς δεχθῇ. Τί καλὰ νὰ μπορούσαμε νὰ τὸ διατηρήσωμε πάντα ἔτσι καθαρό! Νὰ τὸ βλέπωμε πάντα ἔτσι νὰ λάμπῃ!

- Ἐγώ, κύριε, θὰ καθαρίζω καλὰ τὰ πόδια μου, ὅταν μπαίνω, εἶπεν ἡ Δαφνούλα. Δὲν θὰ λερώνω τὁ πάτωμα καὶ τὰ θρανία.

- Κι ἐγὼ δὲν θὰ μουτζουρώνω μὲ μελάνη τὸν τοῖχο, εἶπεν ἄλλο παιδί.

- Ἐγὼ δὲν θὰ πετῶ κάτω χαρτάκια, ἐπρόσθεσεν ἄλλο.

Κάθε παιδὶ ἔδωκε καὶ μιὰ ὑπόσχεσι.

- Εὖγε, παιδιά μου, τοὺς λέγει ὁ δάσκαλος. Ἄν κάνωμε ἔτσι ὅλοι, τότε τὸ σχολεῖό μας θὰ τὸ φυλάξωμε καθαρό.

Εἴμεθα ὅλοι σ’ αὐτὁ σύμφωνοι; Τί λέτε; - Εἴμεθα, κύριε, εἴμεθα, ἐφώναξαν τὰ παιδιά.

- Ἀφοῦ εἴμεθα, τότε ἐλᾶτε νὰ σᾶς δείξω κάτι.

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963