koritsi koykla

Μέσα στὴν αὐλὴ ἑνὸς μεγάλου σπιτιοῦ παίζουν δυὸ κοριτσάκια. Εἶναι ὄμορφα καὶ καλοντυμένα. Τὸ ἕνα παίζει μ’ ἕνα μεγάλο τόπι. Τὸ ἄλλο κρατεῖ ἀπ’ τὸ χέρι μιὰ κούκλα κουτσὴ καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν κάμη νὰ περπατήση.

- Γιατί, Χριστινάκι, παίζεις μὲ τὴν παλιά σου τὴν κούκλα; γιατί δὲ  φέρνεις ἐκείνη, ποὺ σοῦ χάρισε φέτος τὴν πρωτοχρονιὰ ἡ μαμά σου;

-Δὲν τὴν ἔχω πιά, Λιλίκα. Τὴ χάρισα!

-Τὴ χάρισες; κρίμα στὴν κούκλα! Καλέ, ἐκείνη ἦταν σὰ ζωντανή! Μὰ γιατί τὴ χάρισες;

- ῏Ηρθε, ὅταν κοιμόμουνα καὶ κάθισε κοντά μου ὁ καλός μου ὁ ἄγγελος. ᾽Εκεῖνος μοῦ εἶπε νὰ τὴ χαρίσω.

- Δὲν καταλαβαίνω τί μοῦ λές. Ποιός ἄγγελος;

- Ἄκουσε νὰ ἰδῆς πῶς ἔγινε. Κοιμόμουν κι ἄκουσα ἕνα φροῦ φροῦ  ξαφνικά. Τὰ φτερά του ἔκαναν αὐτὸν τὸν κρότο. Μοῦ τὸ εἶχε πεῖ ἡ μαμά μου. Τὸ βράδυ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔρχεται καὶ ξαγρυπνᾶ κοντὰ στὰ καλὰ παιδιὰ ὁ καλός τους ἄγγελος. Καὶ τὸν περίμενα γιατὶ δὲν εῖχα κάμει καμιὰν ἀταξία ὅλον αὐτὸ τὸν καιρό.

- Καὶ πῶς ἦταν; δὲν τὸν φοβήθηκες; ἦταν πολὺ μεγάλος;

- ῏Ηταν σὰν καὶ μᾶς μικρούλης. Τὰ μαλλάκια του ἔλαμπαν σὰν τὸν ἥλιο. Τοῦ ἔδειξα τὴν κούκλα μου, ποὺ κοιμόταν στὸ πλευρό μου. ῎Εσκυψε ἐπάνω ἀπ’ τὸ κρεβατάκι μου, μὲ κοιταξε καὶ μοῦ εἶπε:

- Θέλω νὰ μοῦ κάνης μιὰ χάρη, Χριστινάκι. Στὴ ζητῶ, γιατὶ εἶσαι  φρόνιμη κι ἔχεις καλὴ καρδιά. Πίσω ἀπ’ τὴν αὐλή σας, μέσα σ’ ἕνα παλιὸ σπιτάκι, κάθεται ἕνα κοριτσάκι σὰν καὶ σένα καλό. Εἶναι ὅμως τόσο φτωχό! Δὲν ἔχει μανούλα. Τὴν πρωτοχρονιὰ τὴν πέρασε πάλι μὲ ξερὸ ψωμάκι. Δὲν εἶναι κρίμα; χάρισέ της αὐτὴν τὴν ὡραία κούκλα νὰ τῆς χαμογελᾶ.

Ἐγὼ τρόμαξα. Πῆρα τὴν κούκλα καὶ τὴν ἔσφιξα στὴν ἀγκαλιά μου.

- Νὰ τῆς δώσω τὴν ἄλλη, τὴν παλιά, τοῦ εἶπα. Δὲν εἶναι καὶ τόσο χαλασμένη.

Μὰ τὸ ἀγγελούδι δὲ μοῦ ξαναμίλησε. Σάλεψε τὰ φτεράκια του, φροῦ φροῦ καὶ χάθηκε...

Τότε ἐμένα μὲ πῆραν τὰ κλάματα.

- Καὶ ἡ κούκλα σου; τί ἔγινε ἡ κούκλα;

- Ἅμα ξύπνησα, τὰ θυμήθηκα ὅλα. Τί θὰ λέη γιὰ μένα τ’ ἀγγελάκι στὸν οὐρανό, σκεπτόμουνα. Δὲν μποροῦσα νὰ ἡσυχάσω. Λοιπόν, χωρὶς νὰ πῶ τίποτε στὴ μαμά μου, πῆρα τὴν καινούργια κούκλα. Κατέβηκα σιγὰ σιγὰ τὴ σκάλα. Ἄνοιξα τὴν πόρτα τῆς Μαριγούλας καὶ μπῆκα μέσα.

«Πάρε, τῆς λέω, Μαριγούλα, τὴν κούκλα μου νὰ σοῦ χαμογελᾶ».

- Πό, πό! Φαντάζομαι πῶς θάκανε!

- Ναί! Τὴν κοίταζε καὶ δὲ χόρταινε. Μοῦ λέει: «Τί ὄμορφη! Τόσο ὄμορφη καὶ μοῦ τὴ χαρίζεις;»

- Καὶ γύρισες μ’ ἄδεια τὰ χέρια; πῶς σὲ λυπᾶμαι!

- Στὴν ἀρχὴ κι ἐγὼ λυπήθηκα. Ὕστερα μ᾽ ἔπιασε ἔτσι μιὰ χαρά, ποὺ μοῦ ἐρχόταν νὰ φωνάξω!

- Καὶ τ’ ἀγγελάκι δὲν τὸ εἶδες πιά;

- Ὅχι, μὰ τώρα ξέρω, πὼς εἶναι εὐχαριστημένο μαζί μου. Καὶ θὰ ξανάρθη τοῦ χρόνου. Θὰ καθίση κοντὰ στὸ κρεβάτι μου ὅλη τὴ νύχτα τῆς πρωτοχρονιᾶς. Ἔτσι μοῦ εἶπε ἡ μαμά μου. Κι ὅ,τι μοῦ ζητήσει τότε πάλι, θὰ τὸ κάμω.

- Ἅχ! ὅταν τὸ ξαναϊδῆς, παρακάλεσέ το νάρθη καὶ σὲ μένα. Ἄς ἔρθη κι ἂς μοῦ ζητήση ὅ,τι θέλει γιὰ τὰ φτωχὰ τὰ παιδάκια. Ἀκόμη κι ἐκεῖνο τὸ χρυσοδεμένο βιβλίο, ποὺ μοῦ χάρισε ἡ θείτσα μου.

- ῎Εννοια σου, Λιλίκα. Ὅταν ξανάρθη, θὰ τοῦ τὸ πῶ. Καὶ νὰ δῆς, ποὺ  θάρθη καὶ σὲ σένα. Εἶναι τὸσο καλὸ!

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

ampelos

Ἄν ἤμουν φτερωτὸ πουλί,
μὲ τὴ λαλιὰ τὴν πιὸ καλὴ
τὸ Σύμπαν θὰ ξυπνοῦσα.
Ἄν ἤμουνα μιὰ λουλουδιά,
τὴν πιὸ γλυκειά μου μυρωδιὰ
στὸ Σύμπαν θὰ σκορποῦσα.

Εἶμαι παιδάκι γνωστικὸ
κι ἔχω ψυχὴ καὶ λογικὸ
κι ἔχω καρδιὰ μὲ πίστι.
Γι’ αὐτὁ πλαγιάζω ἢ ξυπνῶ,
προσεύχομαι καὶ ἀνυμνῶ
τοῦ Σύμπαντος τὸν Κτίστη.

Γεώργιος Βιζυηνός

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963

exoklisi

Εἰς τὸ βουνὸ ψηλὰ ἐκεῖ
εἶν’ ἐκκλησιὰ ἐρημική·
τὸ σήμαντρό της δὲν κτυπᾷ
δὲν ἔχει ψάλτη οὐδὲ παπᾶ.

Ἕνα κανδήλι θαμπερὸ
καὶ ἕναν πέτρινο σταυρὸ
ἔχει στολίδι μοναχὸ
τὸ ἐκκλησάκι τὸ πτωχό.

Μὰ ὁ διαβάτης, σὰν περνᾷ,
στέκεται καὶ τὸ προσκυνᾷ
καὶ μὲ εὐλάβεια πολλὴ
τὸν ἄσπρο του σταυρὸ φιλεῖ.

Ἄγγελος Βλάχος

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963

agios dimitrios

῏Ησαν φοβεραὶ αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου ἐκάλει τὸν Ἂγιον Δημήτριον νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν πόλιν του.

Ἄγριοι καὶ πολυάριθμοι ἐπιδρομεῖς ἐπήρχοντο ἐναντίον τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ Σλαῦοι, ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τῆς μεσαιωνικῆς ἡμῶν αὐτοκρατορίας.  Ἀπὸ τὸν 2ον-3ον αἰῶνα μ. Χ. ἀρχίζουν οἱ Σλαῦοι ὡς χείμαρρος ἀκράτητος νὰ κατέρχωνται πρὸς τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου. ῾Επὶ τέσσαρας πέντε αἰῶνας αἱ ἐπιδρομαί των διασπείρουν τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον εἰς τὰς ἑλληνικὰς χώρας.

Ἦλθεν ἐποχὴ τὸν 7ον αἰῶνα, ὅτε οἱ Σλαῦοι εἶχον καλύψει ὅλην τὴν ῾Ελληνικὴν χερσόνησον. Καὶ ἐκινδύνευε τότε τὸ Ἒθνος ἡμῶν τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων. Ἀλλὰ προπύργιον ἀγέρωχον ὅλης τῆς ῾Ελληνικῆς φυλῆς ὑψώθη τότε ἐπὶ δύο αἰῶνας ἡ μεγάλη Θεσσαλονίκη. Καὶ εἰς τὰ κολοσσιαῖα αὐτῆς τείχη ἐθραύσθησαν τὰ πελώρια κύματα τοῦ σλαυϊκοῦ χειμάρρου.

Ἀπὸ πολυαρίθμους φυλὰς ἀποτελούμενοι οἱ Σλαῦοι τῆς Μακεδονίας, σύροντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ἄλλα βαρβαρικὰ φύλα, ὡς τοὺς Ἀβάρους, τοὺς  Βουλγάρους, ἀρχίζουν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 6ου αἰῶνος, ἐπὶ’ αὐτοκρατορίας ᾽Ιουστινιανοῦ, τοὺς φοβεροὺς πολέμους πρὸς κατάληψιν τῆς Θεσσαλονίκης. ᾽Επὶ δύο ὅλους αἰῶνας, ἀπὸ τὸν 6ον ἕως τὸν 8ον, κάθε ὀλίγον ἐπιπίπτουν λυσσαλέοι ἐναντίον τῆς πόλεως.

ekklisaki

Στὸ χωριό μας, ποὺ δὲν εἶναι κι ὀμορφότερο στὴν πλάσι
μᾶς ἀφῆκαν οἱ γονεῖς μας μιὰ γερόντισσα ἐκκλησιά.
Δὲν τῆς ἔχομε φτειασμένο μαρμαρένιο εἰκονοστάσι,
τὰ καντήλια της δὲν εἶναι κρυσταλλένια καὶ χρυσᾶ.

Πτωχικὰ ντυμένους ἔχει καὶ τοὺς γέρους της παπᾶδες,
ταπεινοὶ κι δυό της ψάλτες εἶναι πάντα ἐργατικοί.
Στὰ μανάλια της μεγάλες δὲν ἀνάβουνε λαμπάδες,
στὸν ἀφέντη Ἁϊ - Δημήτρη τὸ μικρὸ κεράκι ἀρκεῖ.

Κι ὅμως στὸ μικρό της χῶρο, ποὺ ὅλους κι ὅλες δὲ μᾶς βάνει,
τοῦ Θεοῦ τὸ μεγαλεῖο αἰσθανόμαστε τρανό,
Πουθενὰ πιὸ μυρωμένο δὲν καπνίζει τὸ λιβάνι,
πουθενὰ τὸ καντηλάκι δὲν σπιθάει πιὸ φωτεινό!

«Πρωϊνὸ ξεκίνημα» Γεώργιος Ἀθάνας

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Ε' Δημοτικού 1957