Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς* του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ’ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῆ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγι’ Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι* ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος οὗτος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ - Ἀγγελὴς ἐξόδευε τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του, διὰ νὰ τὸν πείση ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος* ἔμεινεν ἀμετάπειστος.

- Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία  ἀπὸ κάτ’ ἀπ’ τ’ ἀστέρια;

- Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἄς ποῦμε,  ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ’ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου, γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση κι ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ’ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ’ Ἀνάσταση σ’ ἕνα ξέσκεπο μέρος ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησία;

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε:

- Κάνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές, ναί, μὰ λειτουργία;... Πῶς θὰ λειτουργήσουμε;

- Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ τ’ ἁι - βῆμα, ἂς ποῦμε.

- Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη.

- Τὸν παλιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, δὲν ἦταν συγκαινιασμένη;

- Τὸ Πηδάλιο λέει, ὅταν βεβηλωθῇ μιὰ ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῆ καὶ ἐνκαινιασθῆ  πάλιν...

Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην:

- Ἄς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ  πράγματά σας καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομε κάτω στὴν Παναγία τὴ Δομὰν καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ...

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν’ ἀναγινώσκῃ τὴν  παννυχίδα* καὶ τὸ «Κύματι θαλάσσης», ὅλα διαβαστά. Εἶτα, ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον,  ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο  ἰόχρουν* μεταξωτὸν και λευκὸν φαιλόνιον* καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ  ψάλλη μελωδικῶς τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς», μεθ’ ὅ ἔψαλε «Τὴν Ἀνάστασίν Σου, Χριστὲ Σωτήρ».

Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς* τὸ Εὐαγγέλιον καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε  μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῆ φωνῆ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν.

Ὡραία καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνὴ ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν  ὄψιν, ἀγλαϊζομένου* ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων,  σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνως  τοὺς εἰς διαδήματα* κορυφουμένους κραταιοὺς κλώνους, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλα μαρμαίροντα* ὡς χρυσᾶς φολίδας ὑπό τὴν λαμπηδόνα* τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου  ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα* ἀόριστα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ. Δρυάδες* εὔσωμοι καὶ  Ὀρεστιάδες* ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνά τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας*, καὶ σήμερον  μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια* καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων  λαμπάδων.

Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῆ τῇ φωνῆ τὰ εἰρηνικὰ καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς «εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν,  εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς» κ.τ.λ., ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός, ὃν τρεῖς ἄνδρες, συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς, μόλις ἠδύναντο ν’ ἀγκαλιάσωσιν, ἠκούετο βραχὺς διάλογος μεταξὺ  τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων*, ὧν ὁ πρῶτος, Γιάννης ὁ Κούτρης, ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων.

Ἀλλ’ ὁ διάλογος διεκόπη ὑπὸ τῆς Φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια καὶ ἔκραξε πρὸς τὸ ποίμνιόν του:

- Εἶστ’ ἕτοιμοι; Πᾶμε!

Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων, περικλείοντα  ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια εἰς πέντε ἢ ἔξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι, πεζοί, οἱ μὲν  κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες μὲ τὴν δεξιὰν νὰ σκεπάσωσι  τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς  αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς* καὶ τοὺς ἀμολγοὺς* τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς, ἐφ’ ἧς δὲν θ’ ἀντεῖχον ἄλλοι  πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας  των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ  ἀριστερῶν, ὡς ἔμψυχα δίκρανα*, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα  μέρη. Δύο ἤ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων  μονοσυλλάβων ἄγοντες τὰ αἰπόλιά* των μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων* τρέχοντα παρὰ  τὰς μητέρας των βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἅ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν.

Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσσνυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ  θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ, ὄθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των  καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς  μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν  πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Τὰ νυκτοπούλια ἔφτυγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν* εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρόν, ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας, τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων* μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς ἀνοίξεως, ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῆ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ’ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα*, βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῆ πρὸς τὴν λιγυρὰν* ἀδελφὴν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.

Εἶχον κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν  ὀθόνην*, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ’ ὀλίγον βαθὺς  παφλασμός, ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός,  μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς* ἐπιαίνοντο* ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμα* του. ᾽Εκεῖ ἀντικρὺ προέκυπτεν ἐπ’ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτο ποτὲ κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.

Ἦτο ἤδη ὡς δύο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ὅταν ὁ παπ - Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν  τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ’ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλώνους των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. ῏Ητο δὲ ἕν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσῴζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι ἐντὸς τῆς κοιλάδος, τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι, ἕως τέσσαρες δωδεκάδας. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον  ἐρείπια. ῾Η Παναγία τῆς Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζῳοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ  περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, καὶ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς  διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!».

᾽Εν ριπῇ* ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον, καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο  μανουάλια, καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον ἔξω τῆς θύρας καὶ στήσασαι μεγάλην χύτραν παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. Καὶ ὁ ἱερεύς, λαβὼν καιρόν*, ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν, καὶ ὁ υἱός του ὁ συλλειτουργὸς ἔψαλλε τὸν κανόνα.

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του, τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς  ἐπίτροπος, ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων, πατῶν αὐτὰ ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του, μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του, τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν, καὶ ὅστις ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορόν, μὲ τόσην σοβαρότητα, ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην, ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα.

Περὶ τὸ λυκαυγὲς* ἔληξεν ἡ λειτουργία, καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν, κυανῆν ἁπλουμένην κάτω, ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα. Καὶ ἡ Ἠὼς* ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην*, καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά, κοιλάδας καὶ δάση. Ἐφάνη δὲ τότε, ἀποβαλοῦσα* τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν, ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν. Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν, βραχῶδες καὶ τεμνόμενον* ἀπὸ εὐθαλεῖς* χαράδρας βουνόν, τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. Ἀριστερὰ λόφοι, κοιλάδες καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου, μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδιο, καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές, φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος* ἡλίου.

Καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς βορρᾶν, ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της, ὑπὲρ οὕς ἐξέχει ὡς  βαθμὶς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν πρὸς τὰ σύννεφα, πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον, μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην, καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου, ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρίν, μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα, ἀλλ’ ἅμα τῆ ἀνατολῆ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον, μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα, διότι ἐξύπνησαν,τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι.

Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτὶς καὶ ἀνέθορεν* ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη, παμφαὴς* γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος*. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη καὶ ἐπιβλητικὴ φωνή, ὁ κλαγγασμὸς* τοῦ ἀετοῦ, χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων* βράχων καλιᾶς* του. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη, ὁ κακκαβισμὸς* τοῦ ἱέρακος, ὁ κρωγμὸς* τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη, ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτησε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας, ὁ τιτυβισμὸς* τῆς πέρδικας καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς* τῆς κοιλάδος. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ* της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών, ἡ ἐπανευροῦσα καὶ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα*, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως.

Τότε καὶ τὰ κατσικάκια, αἰσθανθέντα τὸ θάλπος* τῆς ἡμέρας, ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των, εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου, προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των, ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον* ρύγχος ὑπὸ τὸν μαστὸν - καὶ δὲν ἤξευρον ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε* καὶ αὑτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον....

Ἐκεῖ, ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα, τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι, μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων  κοσμούμενοι, ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας ἄνω τοῦ ρεύματος τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοί, μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των, στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια.

Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι, καὶ ἀφοῦ ὁ παπ - Ἀγγελὴς ηὐλόγησεν ὡς ἔδει τὴν φλάσκαν*, τὴν  μετεβίβασε, μεγάλην ὑπόχλωρον ἀκόμη, δι’ ὲρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν* καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν, εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος,  τ’ Γεώργη τ’ Παναγιώτ᾽, ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν:

- Κ᾽στὸς ἀνέστ, βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῆ κι βασιλεύει! Γειά μας! Καλὴ γειά! Διάφουρου! Καλὴ  καρδιά! Καλὴ γερουσύνη ὅλοι μας! Χρόνους πολλοὺς κι τ’ χρόν’ νά ᾽μαστε καλά! Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽, παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽ !

Ἐφημ. «Ἀκρόπολις» 1892

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πηγή : Αναγνωστικό Γ' Γυμνασίου 1966

Προσθήκη νέου σχολίου