Μικρὲς κάτασπρες τοῦφες, σὰν ἐλαφρἐς πεταλοῦδες, στριφογυρίζουν στὸν ἀέρα ὦρες πολλὲς ἐπάνω ἀπὸ τὸ Χωριό.  Πέφτουν ἁπαλὰ ἁπαλὰ καὶ στολίζουν τὰ δένδρα καὶ τοὺς θάμνους τῶν κήπων, τοὺς κάμπους καὶ τοὺς γῦρο λόφους. Δὲν  ἔχουν ξεχάσει τίποτε.

Τὰ δένδρα, χιονισμένα τώρα, μοιάζουν ἄλλα σὰν ἄσπρες ὀμπρέλλες, ἄλλα σὰν πολυέλαιοι. Τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐντύθηκε μὲ ἕνα χονδρὸ χιονᾶτο ἐπανωφόρι. Ὅλα τὰ σπίτια φοροῦν ἄσπρες κουκοῦλες. Κι ὅλα τὰ μικρὰ φυτὰ εἶναι θαμμένα κάτω ἀπὸ τὸ κάτασπρο χιόνι.

Ὥς ἐκεῖ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸ μάτι, τὸ χιόνι ὅλα τὰ σκεπάζει. Δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃ κανεὶς οὔτε μονοπάτια οὔτε δρόμους.

Βαθειὰ σιωπὴ βασιλεύει σ’ ὅλο τὸ Χωριό. Ποῦ καὶ ποῦ φαίνεται κανένας ἄνθρωπος κουκουλωμένος. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι   μαζεμμένοι στὰ σπίτια τους, κοντὰ στὴ φωτιά τους. Καὶ τὰ ζῷα εἶναι χωμένα στοὺς στάβλους καὶ στὶς φωλιές τους.

Μόνο τὰ καημένα τὰ σπουργίτια, οἱ παπαδίτσες κι ἄλλα πουλάκια πετοῦν ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς θάμνους μὲ παραπονιάρικες  φωνοῦλες, γιατὶ δὲν εὑρίσκουν ἐκεῖ νὰ φᾶνε κάτι. Κι ἔρχονται ὣς στὶς αὐλὲς καὶ ὣς στὰ σκαλοπάτια, νὰ τσιμπήσουν τὰ ψίχουλα καὶ τοὺς σπόρους, ποὺ τοὺς ἔχουν ρίξει τὰ παιδιά.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955

Ὁ χειμῶνας ἧλθε πάλι
κι ὅλοι γύρω στὸ μαγκάλι
ἔχουν μαζεὑτῆ.
Ρίχτε κάστανα στὴ θράκα,
παραμύθια ἡ γιαγιάκα
θἄρθῃ, νὰ μᾶς ᾽πῆ.

Ἔξω πέφτει τὸ χαλάζι
καὶ τὴ θύρα μας τραντάζει
τώρα ὁ Βοριᾶς.
Μέσ’ τὴν κρύα ἀνατριχίλα
σκορπισθήκανε τὰ φύλλα
τῆς κληματαριᾶς.

Μέσ’ τὴν ἄγρια τούτη μπόρα
τρομαγμένα ὅλα τώρα
πᾶνε τὰ πουλια.
Λίγη ζέστη γιὰ νὰ βροῦνε
τσίου - τσίου, θὰ κρυφθοῦνε,
μέσα στὴ φωλιά.

Λάκης Παπαδήμας

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Εἶναι Δεκέμβριος. Ὁ πατέρας λέγει στὸ Μίμη, τὸ γυιό του:

- Τὰ σπουργίτια στρώνονται στὴ γῆ· χιόνι, παιδί μου, καταλαβαίνουν.

- Καὶ πῶς γνωρίζουν, πατέρα, πὼς θὰ ἔχωμε χιόνι;

- Πολλὲς φορὲς τὰ πουλιὰ καὶ τὰ ζῷα καταλαβαίνουν τὸν καιρὸ καλύτερα ἀπὸ μᾶς.

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ πατέρας ἔλεγε αὐτά, ἄρχισε νὰ φυσᾷ δυνατά. Ἕνα μεγάλο πλατάνι, ποὺ ἦταν στὴν ἀντικρινὴ πλατεῖα,  ἐλύγισε τοὺς κλώνους του ἀπὸ τὸ φύσημα. Τὰ δένδρα τοῦ περιβολιοῦ ἡσυχία δὲν εἶχαν ἀπὸ τὸν βοριᾶ. Τὰ κλωνάρια τους  λὲς καὶ θὰ ἔσπαζαν.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἀρχίζει νὰ πέφτῃ χιόνι πυκνό. Ἀμέτρητες μικρὲς πεταλουδίτσες χορεύουν τρελά. Εἶναι οἱ νιφάδες τοῦ  χιονιοῦ. Ἡ γάτα δὲν ξεκολλᾷ ἀπὸ τὸ τζάκι. Θέλει ὅλο νὰ ζεσταίνεται. Οἱ τρίχες της εἶναι σὲ μεριὲς - μεριὲς καψαλισμένες. Ὁ μικρότερος ἀδελφὸς τοῦ Μίμη, ὁ Λάμπης, χαίρεται ποὺ χιονίζει. Σὰν τὸ στρώσῃ, θὰ παίξῃ χιονοπόλεμο μὲ ἄλλα παιδιά.

- Χιόνι, πατέρα, χιόνι! φωνάζει χαρούμενος ὁ Λάμπης. Ἡ μητέρα τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν φέρνει στὸ παράθυρο.
- Κοίταξε, Λάμπη, τοῦ λέει, πῶς πέφτει πυκνό. Αὔριον ὅλα θὰ εἶναι κάτασπρα. Οἱ τριανταφυλλίτσες μας, ποὺ εἶναι στὸ περιβόλι, θὰ ἀσπρίσουν. Ἡ ἐλιά μας κι αὐτὴ θὰ γίνῃ κάτασπρη. Καὶ ἅμα τὸ παγώσῃ, θὰ κρέμωνται ἀπὸ τὰ κεραμίδια τὰ κρύσταλλα σὰν σπαθιά.

Ὁ Μίμης παίρνει τὸ τετράδιό του κι ἔρχεται νὰ γράψῃ κοντὰ στὸ παράθυρο. Μὰ τὰ χέρια του παγώνουν καὶ τὰ ζεσταίνει μὲ τὴν ἀνάσα του.

- Ἐλᾶτε ἐδῶ στὸ τζάκι, τοὺς λέγει ἡ γιαγιά. Ἐθυμήθηκα ἕνα παραμύθι νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸχιόνι. Καὶ τοὺς λέγει γιὰ ἕνα καλὸ παιδάκι, ποὺ τὸ ἐκουκούλωσε στὸ δάσος τὸ χιόνι καὶ τὸ ἐγλύτωσεν ὁ ἄγγελος. Ἑπῆγε καὶ τὸ ἐσκέπασε μὲ τὰ πτερά του. Καὶ δὲν τ’ ἄφησε νὰ ξεπαγιάσῃ.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

tzaki
Βαρὺς χειμῶνας πλάκωσε καὶ οἱ χωρικοί, κλεισμένοι τὰ βράδια στὰ σπίτια τους, μαζεύονται ὅλοι γῦρο στὴ φωτιά.

Ἐκεινη τὴ νύκτα ὁ ἄνεμος ἐβούϊζε πιὸ ἄγρια ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά.

Στὸ σπίτι τοῦ γέρο - Φώτη ἡ γωνιὰ ἄναβε ὁλόφλογη καὶ ἔχυνε σ’ ὅλο τὸ δωμάτιο εὐχάριστη πύρα. Ὅλοι τοῦ σπιτιοῦ ἦσαν καθισμένοι γῦρο στὴ φωτιά.

Ἡ Γιώργαινα ράβει ἕνα φορεματάκι τοῦ παιδιοῦ, ἡ Χρυσάνθη γνέθει, ὁ Γιώργης πυρώνει τὰ χέρια του καὶ ὁ γέρος συνδαυλίζει τὴ φωτιά.

Ὁ Δημήτρης, ποὺ τοῦ ἀρέσουν τὰ μαντέματα, ἀρχίζει πρῶτος, γιὰ νὰ παρακινηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀπὸ ἐκεῖ τὰ
μαθαίνει καὶ τὰ λέγει καὶ στὰ ἄλλα τσοπανόπουλα καὶ τοὺς παίρνει ἕνα σωρὸ «κάστρα».

—Ἀπόψε θὰ σᾶς εἰπῶ μαντέματα, ποὺ δὲν θὰ τὰ εὕρῃ κανένας, τοὺς λέγει. Ἀκοῦστε ἕνα:

Τέσσερις στέκονται,
δυὸ ἀκοῦνε,
ἕνας σκάφτει,
κι ἑνας θυμιατίζει.
Τί εἶναι;

Σκέπτονται ὅλοι, βάζουν μὲ τὸ νοῦ τους κάμποσα πράγματα, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ὑποψιάζεται πὼς εἶναι τὸ γουρούνι μὲ τὴν οὐρά του.

—Εὕρετέ το λοιπόν! τοὺς πεισμώνει ὁ Δημήτρης. Καὶ ἐπειδὴ κανεὶς δὲν τὸ εὑρίσκει, τοῦ δίδουν ἀπὸ ἕνα  «κάστρο» ὁ καθένας νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ.

Τέτοια δύσκολα μαντέματα μονάχα ὁ Γιώργης ἠξευρει ξαναλέγει ὁ Δημήτρης σὲ λίγο. Μὰ νὰ ποὺ σᾶς εἶπα καὶ ἐγὼ ἕνα!... Καὶ αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς εἰπῶ τώρα, δὲν θὰ τὸ εὕρῃ κανείς σας. Ὅποιος τὸ ξέρει ἐδῶ θὰ φανῇ!...

Μικρὴ - μικρὴ νοικοκυρὰ
μεγάλη πίττα κάνει.
Τί εἶναι;
Καὶ αὐτὸ τοὺς τὸ εἶπε, γιατί, ὅσο καὶ ἄν ἐσκεφθηκαν, δὲν ἐπῆγε ὁ νοῦς των στὴ μέλισσα.

—Ἐγὼ θὰ σοῦ εἰπῶ ἕνα, λέγει ὁ Γιώργης, καὶ νὰ σὲ ἰδῶ ἂν τὸ εὕρης.

Το φίδι τρώει τὴ θάλασσα
κι ἡ θάλασσα τὸ φίδι.
Τί εἶναι;

—Τὸ λυχνάρι μὲ τὸ φυτίλι, ἐπετάχθηκεν ὁ Δημήτρης.

—Τὸ πέτυχες! τοῦ λέγει ὁ Γιώργης. Μὰ τώρα θὰ σοῦ εἰπῶ δύο, ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Νὰ ἰδοῦμε, θὰ τὰ  εὕρῃς καὶ αὐτά;

— Πές τα καὶ θὰ τὰ εὕρω! τοῦ ἀπαντᾷ.

—Ἄκουσε λοιπὸν τὸ πρῶτο:

Μιὰ κόρη λυγερὴ
βῆμα - βῆμα περπατεῖ
καὶ πίσω της πηναίνει
μιὰ γριὰ βλογιοκομμένη!
Τί εἶναι;

—Ἄκουσε τώρα καὶ τὸ δεύτερο:

Ἔχω μιὰ προβατῖνα
ἀπὸ τὸ λαιμὸ τὴ δένω
κι ἀπὸ τὴν οὐρὰ τὴ σέρνω!
Τί εἶναι;

Ὁ Δημήτρης τὸν ἔβαλε καὶ τοῦ τὰ εἶπε πάλι καὶ πάλι, μὰ δὲν τὰ εὑρῆκε. Τότε καὶ οἱ ἄλλοι τοῦ ἔταξαν σπουδαῖα «κάστρα», γιὰ νὰ τοὺς τὰ φανερώσῃ.

—Μὰ γιὰ σκεφθῆτε λιγάκι ἀκόμη! τοὺς λέγει. Ὁ κόσμος τὸ χρειάζεται ὅλη τὴν ὥρα!

Τοὺς ἐβασάνισε κάμποσο, ἔπειτα τοὺς ἐμαρτύρησε πὼς εἶναι ἡ βελόνα μὲ τὴ δακτυλήθρα, ποὺ ὁμοιάζει ὡσὰν
βλογιοκομμένη.

—Ἔ! φθάνει πιὰ τὰ «κάστρα», ποὺ ἐπῆρες, Γεώργη εἶπεν ὁ γερο - Φώτης· τώρα εἶναι καιρὸς νὰ σχολάσωμε.
Γεώργιος Α Μέγας

Πηγή : Αναγνωστικό Δ΄Δημοτικού 1959

ταν χειμωνιάτικο βράδυ. Ὁ ἀέρας εἶχε πέσει καὶ στὸ περιβόλι ἐβασίλευεν ἡσυχία. Ὡστόσο ὁ οὐρανὸς ἦταν σκεπασμένος ἀπὸ στακτιὰ μαῦρα σύννεφα.

Ἔξαφνα ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κάτι μικρὲς πεταλουδίτσες. Ἦσαν νιφάδες χιονιοῦ. Καὶ ἔπεφταν  τόσο μαλακά, τόσο ἁπαλὰ ἡ μιὰ κατόπι στὴν ἄλλη οἰ πελουδίτσες αὐτες, ποὺ δὲν ἀκούονταν καθόλου. Οἰ  μικρότερες μάλιστα ἐχόρευαν στὸν ἀέρα ὡσὰν τρελλές. Σιμώνοντας ὅμως ἐλαφρὰ - ἐλαφρὰ τοὺς κοιμισμένους  θάμνους καὶ τὰ δένδρα, τὰ ἐστόλιζαν μὲ πολὺ γοῦστο. Δὲν ἐξεχνοῦσαν οὔτε τὸ παραμικρὸ κλαδάκι.

xionismeno spiti

Κι ἔπεφταν κι ὅλο ἔπεφταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ χιλιάδες, ἑκατομμύρια πεταλουδίτσες καὶ ἄφηναν στὴ γῆ τὰ φορεματάκια των, ποὺ ἔμοιαζαν σὰν ἀστρουλάκια. Ἔτσι ἐφόρεσαν καὶ τῆς κληματαριᾶς ἕνα ζεστὸ ἐπανωφόρι  καὶ τὴ χλόρη τὴν ἐσκέπασαν μ’ ἕνα πάπλωμα ἀφρᾶτο, πουπουλένιο.

Τὸ ἴδιο ἔκαμαν καὶ στὰ κάγκελλα καὶ σὲ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ περιβολιοῦ. Στὸ καθένα ἔβαλαν ἀπὸ μιὰ  σκούφια. Μὰ στὴ βία τους ἐπάνω ἔκαμαν καὶ μερικὰ στραβά. Ἄλλα ἐπῆραν μεγάλες σκούφιες καὶ ἔβλεπες νὰ  τοὺς κατεβαίνουν ὣς τ’ αὐτιά. Ἄλλα πάλι ἐπῆραν μικρότερες καὶ τοὺς ἐστέκονταν στὴν κορυφή. Μερικὲς  ἐμπῆκαν στραβά. Μὰ ῟τί ἔχει νὰ κάμῃ; Φθάνει ποὺ ἐπῆραν ὅλα τὸ δῶρό τους ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Κανένα δὲν ἔμεινε παραπονεμένο.

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ περιβόλι ἦταν ἀγνώριστο. Μὰ τὶ ξάφνισμα ἦταν ἐκεῖνο, τί χαρά, τὶ πανηγύρι σὰν  ἐξύπνησαν ὅλα καὶ εἶδαν τὰ λευκά τους δῶρα. Οἱ θάμνοι δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ κινηθοῦν, μήπως καὶ τοὺς πέσουν τὰ ὄμορφα στολίδια.

Ἡ χλόη ἦταν πολὺ εὐχαριστημένη μὲ τὸ ἀφρᾶτο, τὸ ἁπαλὸ της πάπλωμα. Ἡ γριὰ κληματαριά, ποὺ ἄλλοτε  ἐξυπνοῦσε πρώτη ἀπ’ ὅλους, σήμερα ἐξύπνησε τελευταία. Τόσο γλυκὰ ἐκοιμήθηκε κάτω ἀπὸ τὸ ζεστό της  ἐπανωφόρι. Ἀπ’ ὅλα ὅμως πιὸ πολὺ ἐχάρηκαν τὰ κάγκελλα τοῦ φράκτη.

-Θὰ μᾶς τ’ ἀφήσουν ἆράγε γιὰ πάντα τὰ ὄμορφα αὐτὰ σκουφιά; ἐρωτοῦσαν.

Ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασαν καλὰ - καλὰ νὰ χαροῦν τὰ δῶρά τους, ὅταν ἔξαφνα ἀκούσθηκαν κάτι φωνὲς  χαρούμενες καὶ σὲ λίγο τὸ περιβόλι ἐγέμισεν ἀπὸ παιδιά.

Θεέ μου! τί τρέλλες ἦσαν ἐκεῖνες, σὰν ἀντίκρυσαν τὸ ἁπαλό, τὸ κατάλευκο χιόνι! Ἄλλα κυλιόνταν χάμω καὶ  ἄλλα πάλι κυνηγιόνταν μὲ τὶς φοῦκτες γεμᾶτες χιόνι.

Σὲ λίγο ἄναψε καὶ ὁ χιονοπόλεμος. Πώ, πώ! τὶ κακὸ ἦταν ἐκεῖνο! Δὲν ἔμεινε στολίδι γιὰ στολίδι στὰ χαμόδενδρα. Ἀκόμη καὶ στὰ ὑψηλὰ δένδρα ἔφθαναν οἱ μπάλες. Πᾶνε καὶ οἱ σκούφιες, ποὺ ἐφοροῦσαν τὰ κάγκελα, πάει καὶ  τὸ ἐπανωφόρι τῆς κληματαριᾶς. Σωστὴ καταστροφή! Τὰ παιδιὰ ὅμως ἦσαν ἐνθουσιασμένα. Κατακόκκινα τὰ μάγουλά τους καὶ τὰ μάτια τους, ἄστραπταν ἀπὸ χαρά.

Πηγή : Αναγνωστικό Δ΄Δημοτικού 1959