1. Μιὰ φορὰ δυὸ λελέκια ἔχτισαν τὴ φωλιά τους ψηλὰ στὴ σκεπὴ ἑνὸς ἐρημόσπιτου, δίπλα σ’ ἕνα λιβάδι καταπράσινο καὶ μεγάλο.
Ἅμα βγῆκαν τα λελέκια τους ἀπὸ τ’ αὐγά, ἡ μητέρα τὰ φύλαγε κι ὁ πατέρας πηγαινοερχόταν μὲ τὴν τροφὴ στὸ στόμα.
Μιὰ μέρα τὸ λελέκι, ἐκεῖ ποὺ ἔψαχνε στὸ λιβάδι γιὰ τροφή, βλέπει ἕνα σκουλήκι. ῏Ηταν μακρὺ μακρὺ καὶ τὸ χρῶμα του ἦταν σὰν τὸ χῶμα. Δὲν εἶχε πόδια καὶ ὅμως προχωροῦσε. Μαζευόταν ἁπλωνόταν, μαζευόταν ἁπλωνόταν κι ἔτσι πάντα περπατοῦσε.
-῎Ε, ποῦ πᾶς; τοῦ λέει τὸ λελέκι. Δὲ μὲ φοβᾶσαι;
-Καὶ ποιός εἶσαι ἡ ἀφεντιά σου; δὲ σὲ βλέπω. Εἶμαι τυφλό.
-Εἶμαι τὸ λελέκι, τοῦ λέει.
-Ποπό, τί ἔπαθα τὸ ἄμοιρο!
-Ὥστε μὲ ξέρεις, σὰ νὰ ποῦμε!
-Τὸν ἀφέντη τοῦ λιβαδιοῦ νὰ μὴν ξέρω, ποὺ τὸν τρέφομε ὅλοι ὅσοι ζοῦμε ἐδῶ μέσα;
-Ὥστε κι ἐσὺ ἐδῶ μένεις πάντα, μὲ τὴν οἰκογένειά σου·

-Ποῦ νὰ τὴ βρῶ τὴν οἰκογένεια, ἀφέντη μου; δὲ μοῦ φτάνει ἡ φτώχεια μου, μόνο θέλω νάχω καὶ οἰκογένεια!
-Μὰ δὲ νομίζεις, πὼς ἐσὺ καὶ οἱ σύντροφοί σου, οἱ φτωχοὶ καὶ κακομοιριασμένοι εἶστε περιττοὶ στὸν κόσμο αὐτό.
-Ὄχι δὰ καὶ τόσο περιττοὶ ὅσο νομίζεις, ἄρχοντά μου.
Ἄλλη φορὰ θὰ σοῦ πῶ τὸ γιατί.
-Ἄς εἶναι ἄλλη φορά, εἶπε καὶ τὸ λελέκι καὶ πέταξε στὴ φωλιά του.
Τὸ σκουλήκι σύρθηκε βιαστικὰ στὴν τρύπα του.

2. Δὲν πέρασαν πολλὲς μέρες καὶ συναντήθηκαν στὸ ἴδιο μέρος πάλι τὸ λελέκι μὲ τὸ σκουλήκι.
-Σκουλήκι, λέει τὸ λελέκι, μὴ φοβᾶσαι εἶμαι χορτάτο.
Τί μοῦ ἔλεγες προχτές; πὼς κι ἐσεῖς οἱ μικροὶ δὲν εἶστε περιττοὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. ᾽Εξήγησέ μου, πῶς ζῆς καὶ τί δουλειὰ κάνεις.
-Δουλεύω μέρα νύχτα τὸ χῶμα, σκάβω. Ἀνοίγω παντοῦ τρύπες...
-Κι αὐτὸ τί ὠφελεῖ; ρώτησε τὸ λελέκι.
-Πῶς δὲν ὠφελεῖ! Μ’ αὐτὸ ποὺ κάνω, φυτρώνουν εὔκολα τὰ φυτὰ κι ἀνάμεσα στὰ φυτὰ ζοῦν ἔντομα κι ἀπὸ τὰ ἔντομα ζοῦν οἱ βάτραχοι, οἱ σαῦρες, τὰ φίδια, ποὺ ἡ εὐγενία σου καταδέχεσαι καὶ τρῶς.
Τὸ χῶμα, ποὺ εἶναι κάτω, τὸ φέρνω ἔξω στὸν ἥλιο, στὸν ἀέρα καὶ στὴ βροχή· καὶ τὸ χῶμα, ποὺ εἶναι ἀπάνω, τὸ πάω κάτω. Αὐτὸ ὠφελεῖ πολὺ στὴ γεωργία. Καὶ ἀκόμη ἕνα ἄλλο. Θὰ ἔτυχε νὰ δῆς κάτι μαραμένα φύλλα, ποὺ τυλιγμένα σὰ χωνὶ στέκονται ὄρθια. Αὐτὴν τὴ δουλειὰ τὴν κάνομε τὴ νύχτα. Τὴν ἄλλη νύχτα τραβοῦμε τὰ φύλλα πιὸ κάτω ὥσπου χώνεται ὅλο τὸ φύλλο μέσα στὴ γῆ. ῎Ετσι λίγο λίγο τὸ φύλλο σαπίζει καὶ γίνεται μαλακό, γιὰ νὰ τὸ φᾶμε· ὅ,τι περισσέψη, γίνεται λίπασμα, δηλαδὴ κάτι ποὺ δυναμώνει τὸ χῶμα καὶ τὸ κάνει παχύτερο.
-Εἶστε ὅμως πολὺ ἄσχημα, εἶπε τὸ λελέκι.
-Καὶ τί μ’ αὐτό; δὲν εἴμαστε ἐργατικά; δὲν εἴμαστε ὠφέλιμα; γιατί λοιπὸν μᾶς περιφρονοῦν; γιατί μᾶς πατοῦν; μὴ θαρροῦν, πὼς δὲν πονοῦμε;
-Σὲ λυποῦμαι, κακόμοιρο, εἶπε τὸ λελέκι.
-Μὰ ἀφοῦ ἔχεις τέτοια εὐγενικὴ καρδιά, δὲ λὲς ἕναν καλὸ λόγο στὰ παιδιά σου γιὰ μᾶς;
Τὸ λελέκι στάθηκε στὸ ἕνα του πόδι, τεντώθηκε καμαρωτὰ καὶ εἶπε.
-Ἄφησε καὶ θὰ συλλογιστῶ μὲ τὴν ἡσυχία μου ὅσα μοῦ εἶπες.
-Καὶ τώρα θὰ σοῦ δώσω κι ἐγὼ μιὰ συμβουλή, ἀφέντη μου, εἶπε τὸ σκουλήκι.
-Ἄ, ἄ! ὅλα κι ὅλα, μὰ οἱ συμβουλὲς ἂς λείψουν. Βλέπω, πολὺ τὸ πῆρες ἀπάνω σου, ποὺ καταδέχομαι νὰ κουβεντιάζω μαζί σου!
-Μὲ συγχωρεῖς. Ἐγὼ ξέρω τί τιποτένιο πράμα εἶμαι. Αὐτὸ σοῦ τὸ εἶπα, γιὰ νὰ σὲ προφυλάξω ἀπὸ ἕνα μεγάλο κακό.
Το λελέκι, γέλασε περιφρονητικά.
-Λέγε μας λοιπόν, ἀπὸ τί κακὸ θὰ μὲ προφυλάξης ἐσύ;
-Ἀποκάτω ἀπ’ αὐτὸ τὸ παλιόσπιτο ἔχομε ἀνοίξει ἐμεῖς τὰ σκουλήκια παντοῦ τρύπες. Ὅλη ἡ γῆ εἶναι σκαμμένη· σ’ αὐτὴ τὴ δουλειὰ ἔχομε ἐργαστῆ ἑκατὸ χιλιάδες σκουλήκια καὶ περισσότερα. Λοιπὸν τὰ μάτια σου τέσσερα, ἀφέντη, νὰ μὴν πέση καμιὰ ὥρα καὶ σᾶς πλακώση.
Τὸ λελέκι γέλασε πολὺ δυνατὰ καὶ λέει:
-Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ σχετίζεται κανεὶς μὲ τέτοια πλάσματα. Ἕνα σκουλήκι νὰ φαντάζεται, πὼς μπορεῖ νὰ ρίξη ὁλόκληρο σπίτι μαζὶ μὲ τὴ φωλιά μας!

Αὐτὰ εἶπε κι ἔφυγε. Τὸ σκουλήκι σύρθηκε ἥσυχα στὴν τρύπα του.

3. Μιὰ μέρα τὰ δύο λεκέκια καθισμένα στὴ φωλιά τους χάιδευαν τά παιδιά τους μὲ τὴ μύτη τους. Ἔξαφνα ἀκοῦν ἕνα τρίξιμο.
-Τί εἶναι αὐτό; λέει τὸ θηλυκὸ λελέκι φοβισμένο. Μοῦ φαίνεται, σὰ νὰ τρέμη ἡ στέγη.
-Κι ἐμένα ἔτσι μοῦ φαίνεται, λέει τὸ ἄλλο.
Δὲν πρόφτασαν νὰ εἰποῦν ἄλλη λέξη καὶ τὸ σπίτι σωριάστηκε μὲ βρόντο μεγάλο. Ἕνα σύννεφο σκόνη σηκώθηκε ψηλὰ στὸν ἀέρα καὶ τὰ δύο λελέκια πέταξαν τρομαγμένα. Μὰ γύρισαν ἀμέσως πίσω. Φώναζαν τὰ παιδιά τους, χτυποῦσαν μὲ τὴ μύτη τους τὶς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Καμιὰ ἀπάντηση. Τὰ παιδιά τους εἶχαν σκοτωθῆ.
Τὰ δυὸ πουλιὰ κάθισαν ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα κι ἔκλαψαν τὰ παιδιά τους. Τὸ ἀρσενικὸ λελέκι θυμήθηκε τὶ τοῦ εἶπε μιὰ μέρα τὸ σκουλήκι καὶ τὸ διηγήθηκε στὴ συντρόφισσά του.
-Ποιός νὰ τὸ φανταστῆ, ἔλεγε, πὼς ἕνα τιποτένιο σκουλήκι μοῦ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια!
Τὰ δυὸ πουλιὰ ἔφυγαν ἀπαρηγόρητα καὶ δὲν ξαναγύρισαν. Μὰ καὶ μὲ μιὰ ἀπόφαση, νὰ μὴν περιφρονοῦν κανένα, ὅσο μικρὸς κι ἂν εἶναι.

Πηγή  : Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946

melissa
Ἐργάτιδες
Εἴδατε ποτέ σας κυψέλη μὲ μέλισσες; Ἀκούσατε τὸ χαρούμενο βόμβο των; Τὶς εἴδατε νὰ πηγαινοέρχωνται ἀκούραστες; Ἐδοκιμάσατε τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας των, ποὺ εἶναι γλυκὺ σὰν ζάχαρι καὶ ἀρωματικὸ σὰν ῥόδο; Γνωρίζετε, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, ἡγεμὼν καὶ ἐργάτες, εἶναι ὅλοι γυναῖκες; Μάλιστα, γυναῖκες, ἐκτὸς τῶν ἀέργων κηφήνων!
Πρωῒ - πρωῒ οἱ ἐργάτιδες, 80 - 100 χιλιάδες ἀπὸ κάθε γόνιμη κυ- ψέλη, χωρὶς καμμία προσταγὴ ἀνωτέρου, χωρὶς ἀγουροξυπνήματα καὶ φωνές, θὰ βγοῦν στὸ ἔργο˙ μαζεύουν ἀπὸ τὰ ἄνθη τὴ γῦρι νὰ κάμουν τὶς κηρῆθρες, τοὺς χυμοὺς νὰ κάμουν τὸ μέλι.
Γριὲς ἀκόμη, μὲ πτερὰ σχισμένα καὶ σῶμα μαδημένο, ἐργάζονται˙ μόνο ὁ θάνατος σταματᾷ τὴν ἐργασία, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔρχεται ξαφνικός, χωρὶς ἀρρώστειες, χωρὶς πόνους, χωρὶς βάσανα, ὅπως ἔρχεται σὲ ὅλους τοὺς δικαίους.
Ἡ ἐργασία των ἔχει μεθοδικότητα καὶ τάξι. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία καὶ τὴν πεῖρά των ἐργάζεται ἡ κάθε μία. Οἱ μικρὲς καὶ ἀνήλικες ἀναλαμβάνουν τὴν καθαριότητα τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν μωρῶν. Ἔπειτα, μόλις μεγαλώσουν λίγο, θὰ φέρουν νερό, κατόπιν γῦρι καὶ τέλος οἱ πολύπειρες τὸ μέλι. Ἀλλὰ καὶ πόσες πεθαίνουν τὴν ὥρα τοῦ καθήκοντος! Ἄλλες τρώγουν τὰ πουλιά, ἄλλες θανατώνει ἡ κακοκαιρία καὶ ἡ βροχή, ἐνῷ πετοῦν οἱ καημένες νὰ συλλέξουν τὰ πολύτιμα προϊόντα των.
Ἡ κυψέλη, οἱ κηρῆθρες κλπ. εἶναι θαῦμα σοφῶν ὑπολογισμῶν, ποὺ μόνο πολὺ σοφοὶ ἀρχιτέκτονες καὶ μηχανικοὶ ἠμποροῦν νὰ σχεδι- άσουν. Ἀλλὰ πρὶν κτίσουν, θὰ κάμουν μία γενικὴ καθαριότητα, ποὺ θὰ τὴν ἐζήλευε καὶ ἡ καλύτερη νοικοκυρά. Θὰ σκουπίσουν τὸ πάτωμα, θὰ πετάξουν δηλαδὴ ἔξω τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου πτερά, ξυλαράκια, χώματα, ἄμμο, ψόφια ἢ ζωντανὰ ζωΰφια. Ἀνθρώπινο σπίτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀκάθαρτο, κυψέλη ποτέ!
Ἂν τύχῃ καὶ δὲν τοὺς φανῇ κατάλληλο τὸ ἔδαφος, τότε θὰ τὸ στρώσουν μὲ ἕνα παχὺ στρῶμα ἀπὸ κερί, ποὺ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπομονωτικό, γιὰ ν’ ἀσφαλισθοῦν, καὶ τότε θὰ οἰκοδομήσουν.
Τὸ κτίσιμο καὶ ἡ διαίρεσις τοῦ σπιτιοῦ θὰ γίνουν σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες, ποὺ ἔχουν, καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ θὰ διαμείνουν. Ξεχωριστοὶ βασιλικοὶ θάλαμοι γιὰ τὸν ἄρχοντα τῆς κυψέλης, θάλαμοι γιὰ τὶς βασιλοποῦλες, θάλαμοι γιὰ τὰ μωρά, χωριστὰ γιὰ τὰ ἀρσενικά, χωριστὰ γιὰ τὰ θηλυκά, θάλαμοι γιὰ τὶς ἐργάτιδες. Μήπως ἐλησμονήσαμε τίποτε; Ἄ, ναί˙ τὶς ἀποθῆκες τοῦ σπιτιοῦ. Μὴν ἀνησυχῆτε ὅμως˙ ἔχει προβλέψει ὁ μηχανικὸς καὶ γι’ αὐτές, ποῦ θὰ κτισθοῦν!
Ὅλες οἱ πράξεις των σὲ ἕνα μόνο σκοπὸ ἀποβλέπουν, πῶς δηλαδὴ θὰ ἐξυπηρετήσουν καλύτερα τὴν κοινωνία των, τὴν πατρίδα των. Χάριν αὐτῶν θυσιάζονται καὶ θυσιάζουν τὰ πάντα.
Ἂν π.χ. κανένα ξένο ζῷο, ποντικός, σαλίγκαρος κ.λ.π. μπῇ στὴ κυψέλη, καὶ ἂν οἱ θυσίες εἶναι μεγάλες, ὁ παρείσακτος ὁπωσδήποτε θὰ φονευθῇ. Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ἕνα τόσο μεγάλο σῶμα, ποὺ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ ἀπορρίψουν; Ἁπλούστατα τὸ τυλίγουν μὲ ἕνα παχὺ κάλυμμα ἀπὸ
κερί, γιὰ νὰ μὴ φέρῃ ἀρρώστειες μὲ τὴν ἀποσύνθεσί του!

mellisa kirithra
Ἡ Σπαρτιατικὴ πολιτεία, ὅπως ξέρομε, ἤθελε στρατιῶτες, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα, καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς ἀνικάνους τοὺς ἔρριχνε στὸ βάραθρο. Ἡ κοινωνία τῶν μελισσῶν ἀπαιτεῖ νὰ ἐργάζωνται ὅλοι γιὰ τὴν κοινὴ εὐτυχία˙ γι’ αὐτὸ - ποιός ξέρει μὲ πόση λύπη των! - δὲν τρέφουν αἴσθημα οἴκτου γιὰ τοὺς ἀχρήστους στὴν ἀδελφότητά των. Ἔτσι βλέπομε, ὅταν μία μέλισσα γεννηθῇ ἀνίκανη γιὰ ἐργασία ἢ πληγωθῇ βαρειά, νὰ ἔχουν τὴ μεγάλη σκληρότητα, τὴ δικαιολογημένη ἀπὸ τοὺς νόμους των, νὰ τὴ ρίχνουν ἔξω ἀπὸ τὴν κυψέλη νὰ πεθάνῃ. Τὴν ἴδια τύχη ἔχουν καὶ οἱ ὀκνηροὶ κηφῆνες σὲ ἐποχὴ πείνης.
Καὶ ὅμως οἱ σκληρὲς μέλισσες πρὸς τοὺς ἀχρήστους τῆς ζωῆς εἶναι πολὺ στοργικὲς γιὰ τοὺς ἐργαζομένους, ποὺ εἶναι χρήσιμοι στὴν κοινω- νία. Ἐὰν π.χ. συλληφθῇ μία μέλισσα ἀπὸ ἔντομο ἢ τὴν ἀπειλῇ κάποιος κίνδυνος, θὰ τρέξουν ὅλες νὰ τὴν βοηθήσουν. Χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν τὸν ἰδικόν των κίνδυνο, χύνονται ἐπάνω στὸν ἐχθρὸ μὲ θυσία τῆς δικῆς των ζωῆς, νὰ σώσουν τὴ συνεργάτιδά των.

Μὲ τὸν ἴδιο φανατισμὸ καὶ αὐτοθυσία θὰ τρέξουν ὅλες ἀπὸ κάθε μακρινὸ ἄνθος, νὰ ὑπερασπίσουν τὴν κυψέλη, ὅταν κινδυνεύῃ. Ἄλλες θὰ θυσιάσουν τὴν ζωήν των, θὰ κτυπηθοῦν, θὰ κεντρώσουν, θὰ πεθάνουν˙ εἶναι στρατιῶτες τῆς μικρῆς πατρίδος των˙ ἄλλες θὰ μποῦν μέσα, θὰ γεμίσουν τὸ στομάχι των μέλι νὰ τὸ γλυτώσουν ἀπὸ τὸν ἐχθρό˙ εἶναι οἱ ἀποθηκάριοι, οἱ φύλακες τῶν ἀγαθῶν.
Τὸ ἴδιο δὲν κάνουν τάχα καὶ οἱ ἄνθρωποι σὲ παρόμοιες περιστάσεις; Ἄλλοι πολεμοῦν στὸ μέτωπο, οἱ στρατιῶτες, κι ἄλλοι, οἱ ἄμαχοι, φροντίζουν στὰ μετόπισθεν γιὰ τὴν παραγωγὴ τῶν ἀγαθῶν.
Ὅλοι ὅμως ξέρομε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι συνεννοοῦνται μεταξύ των στὶς δύσκολες στιγμὲς μὲ τὸ ραδιόφωνο, τὸν τηλέγραφο, τὶς ἐφημερίδες καὶ σπεύδουν στὸν κίνδυνο τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ πῶς συνεννοοῦνται οἱ μέλισσες; Αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο, ποὺ οἱ σοφοὶ ἀκόμη δὲν τὸ ἔλυσαν˙ τὰ παραδείγματα ὅμως, ποὺ εἴδαμε, καὶ ἄπειρα ἄλλα βεβαιώνουν ὅτι καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα καὶ γιὰ τὰ εὐχάριστα νέα οἱ μέλισσες ἔχουν τὸ δικό των τηλέγραφο, ἀλάνθαστο καὶ ταχύτατο.

Ἡ Βασίλισσα
Ἡ κοινωνία τῶν μελισσῶν εἶναι μητριαρχική, ὅπως τὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἦταν μία πολιτεία τῶν Λοκρῶν. Δηλαδὴ σ’ ἐκείνη, τὴν παλιά, ἐκυβερνοῦσαν οἱ μητέρες, οἱ γυναῖκες˙ σ’ αὐτὴ τῶν μελισσῶν κυβερνᾷ ἡ γυναῖκα, μία μόνο, ἡ μητέρα. Ὁ λαὸς τὴν λέει Μάννα, ἡ ἐπιστήμη Βασίλισσα.
Ἡ Βασίλισσα εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀκμῆς σὲ μία κυψέλη. Σὲ μία μόνο ἡμέρα τὴν ἄνοιξι μπορεῖ νὰ γεννήσῃ 4 χιλιάδες αὐγά. Ἂν τὰ ζυγίσωμε, τὸ βάρος των εἶναι δύο καὶ τρεῖς φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ μητέρα, ποὺ τὰ ἐγέννησε. Καὶ ἀκόμη εἶναι ἡ μόνη μάννα ἀπ’ ὅλο τὸ ζωϊκὸ βασίλειο, ποὺ ξέρει τί παιδιὰ θὰ κάμῃ, καὶ γι’ αὐτὸ σὲ ἄλλο μέρος γεννᾷ τὰ θηλυκὰ καὶ σὲ ἄλλο τὰ ἀρσενικά!
Χωρὶς τὴ βασίλισσα τὸ μελίσσι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ. Σκορπίζεται καὶ χάνεται, ὅπως οἱ λαοὶ χωρὶς ἄξιο ἀρχηγό. Κι ὅταν τὴν χάσουν, οἱ θρῆνοι τῶν μελισσῶν εἶναι τόσο πολλοί, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ συγκινήσουν καὶ σκληρὸ ἄνθρωπο ἀκόμη. Οἱ θρῆνοί των εἶναι ἴσοι μὲ τῶν παιδιῶν, ποὺ χάνουν τὴ μητέρα των.

Τὴν γονιμότητα τῆς βασίλισσας, τὴν πολύτιμη στὴν ἀκμὴ τῆς κυψέλης, τὴν γνωρίζουν πολὺ καλὰ οἱ ὑπήκοοί της˙ γι’ αὐτὸ μὲ κάθε τρόπο προσπαθοῦν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη νὰ τὴν περιποιηθοῦν καὶ νὰ τῆς δείξουν τὴν ἀγάπη των.
Κανένας βασιλεύς, καὶ ὁ πιὸ ἔνδοξος, κανένας Πρόεδρος Δημοκρατίας, καὶ ὁ πιὸ ἱκανὸς καὶ ἀγαθός, δὲν ἐδοκίμασε ἀπὸ τὸ λαό του τόση ἀφοσίωσι. Στὸ βασίλειο τῶν μελισσῶν δὲν ὑπάρχουν δυσαρεστημένοι, ἀπειθεῖς εἰς τοὺς νόμους, ἀναρχικοί˙ εἶναι οἱ πιὸ ἰδεώδεις ὑπήκοοι τοῦ κόσμου!
Πρῶτα - πρῶτα τὰ ἀνάκτορα τῆς βασίλισσας εἶναι ἰδιαίτερα καὶ μεγαλοπρεπῆ. Μέσα στὶς χιλιάδες μέλισσες, ὅλες τὴν ἀναγνωρίζουν ἀμέσως, τῆς ἀνοίγουν δρόμο νὰ περάσῃ καὶ δείχνουν μεγάλο σεβασμὸ στὸ πέρασμά της. Ἂν τὴν πάρετε ἀπὸ τὴν κυψέλη καὶ τὴν ξαναβάλετε ἀπὸ ὧρες, τῆς γίνεται ἀληθινὴ ἀποθέωσις. Μόνο τὰ « ζήτω » δὲν ἀκούονται, πού, ἂν ἠξέραμε τὴ γλῶσσα τῶν μελισσῶν, ἴσως νὰ τὰ ἀκούαμε καὶ αὐτά.
Ὅταν θελήσῃ νὰ φάγῃ, ὅλες σπεύδουν νὰ παραμερίσουν νὰ φθάσῃ μὲ ὅλη τὴν ἄνεσί της στὶς κηρῆθρες, τῆς προσφέρουν τὴν τροφὴ καὶ τὴν θωπεύουν μὲ τὶς κεραῖές των, ὅπως χαϊδεύει ἡ μητέρα τὸ μωρό, ὅταν πίνῃ τὸ γάλα του!
Ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι γριά, ζαρωμένη καὶ ἀνάπηρη, οἱ φρουροὶ τῆς θύρας της ποτὲ δὲν θ’ ἀφήσουν νὰ μπῇ στὴν κυψέλη ἄλλη βασίλισσα. Κι ἂν μπῇ κρυφά, τότε ἀλοίμονό της. Θὰ τὴν κλείσουν στὴ φυλακὴ καὶ ἡ θύρα δὲν θ’ ἀνοίξῃ, παρὰ ὅταν πεθάνῃ, γιὰ νὰ πετάξουν ἔξω τὸ πτῶμά της! Στὴν κοινωνία τῶν μελισσῶν δὲν ὑπάρχουν ποτὲ οὔτε συνωμότες οὔτε προδότες.
Ἀλλὰ κι ἂν εἶναι τελείως ἄγονη πιὰ καὶ ἄχρηστη γριὰ καὶ ἄλλη νέα Βασίλισσα τὴν ἀντικαταστήσῃ, πάλιν δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψουν. Τὴν ἀσφαλίζουν καὶ τὴν φρουροῦν ἀπὸ τὴν ὁρμὴ καὶ τὸ μῖσος τῆς ρωμαλέας ἀντιζήλου της.

Βασίλισσα καὶ μέλισσες ἑνώνει μία τρυφερὴ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσις, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἰδοῦμε σὲ ἄλλα ζῷα λογικὰ καὶ ἄλογα. Ποτὲ ἡ Βασίλισσα μάννα δὲν θὰ μεταχειρισθῇ τὸ καμπυλωτὸ κεντρί της νὰ κτυπήσῃ τὸν ὑπήκοό της, τὸ παιδί της˙ καὶ πάλι ποτὲ μέλισσα δὲν θὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἴσιο κεντρί της νὰ πλήξῃ τὴ Βασίλισσα, τὴ μάννα της!

Ἀποικίαι
Ἡ γονιμότης τῆς βασίλισσας εἶναι, ὅπως εἴπαμε, πολὺ μεγάλη, καὶ οἱ ὑπήκοοι πληθύνονται γρήγορα. Ἀλλὰ ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς δὲν χωρεῖ φυσικὰ στὴν κυψέλη˙ καὶ ὅμως πρέπει νὰ ζήσῃ, νὰ πολλαπλασιασθῇ. Γίνεται τότε κάτι ἀνάλογο μὲ ὅ,τι ἐγινόταν στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Γίνονται ἀποικίες!
Ἀλλὰ ποία διαφορά! Στὴν ἀρχαιότητα δὲν ὡδηγοῦσαν τοὺς ἀποίκους οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες, ἐνῷ ἡ Βασίλισσα ὁδηγεῖ πάντοτε ἡ ἴδια τὶς μέλισσες, γιὰ νὰ εἶναι βέβαιη γιὰ τὴν ἐπιτυχία.
Ἕνα πρωϊνὸ τοῦ θέρους ἡ Βασίλισσα, ἀκολουθουμένη ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀπὸ μέλισσες, ἐγκαταλείπει γιὰ πάντα τὴν οἰκογενειακὴ ἑστία, γιὰ νὰ εὕρῃ νέα. Καὶ αὐτὸ τὸ σμῆνος εἶναι τὸ σμάρι, ὅπως τὸ λέει ὁ λαός, τὸ ἑσμάριον τῶν ἀρχαίων. Ποῦ πηγαίνουν; Στὴν τύχη, ὅπου εὕρουν καλύτερα.
Θὰ συναντήσουν κάπου ἕνα δένδρο κι ἡ κουρασμένη Βασίλισσα, ποὺ δὲν εἶναι μαθημένη σὲ τέτοιες ἐκδρομές, θὰ καθίσῃ σ’ ἕνα κλαδί του νὰ ξεκουρασθῇ. Γῦρό της σπεύδουν καὶ κολλοῦν οἱ ἄλλες μέλισσες καὶ ἔτσι σχηματίζεται ἕνας ὄγκος κρεμασμένος, ποὺ μοιάζει σὰν μεγάλο κυδώνι ἢ σὰν κοντόχονδρο σταφύλι.
Ἂν τύχῃ καὶ δὲν ἰδῇ κανεὶς τὸ σμῆνος νὰ τὸ πιάσῃ, θὰ ξαναφύγῃ, γιὰ νὰ εὕρῃ καμμιὰ κουφάλα ἢ καμμία σχισμὴ βράχου νὰ κτίσῃ τὴ νέα φωλιά του. Ἀλλὰ συνήθως κάποιος μελισσοκόμος θὰ περάσῃ ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ τὸ ἰδῇ καὶ θὰ τρέξῃ νὰ φέρῃ ἕνα καλάθι νὰ τοποθετήσῃ μέσα τὸ πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸ βάλῃ ἔπειτα σὲ καινούργια κυψέλη. Κι ἀρχίζει τώρα νέα ζωή, γεμάτη πάλι φιλοπονία, γονιμότητα, τάξι, στοργή, σεβασμό.
Ἀλλὰ κι ἡ παλιὰ κυψέλη, ἡ μητρόπολις, δὲν μένει ἔρημη καὶ ἀπροστάτευτη. Ἡ ἀγαθὴ Βασίλισσα ἔχει προνοήσει καὶ γι’ αὐτό. Ἔχει γεννήσει τὶς βασιλοποῦλες. Καὶ μία ἀπ’ αὐτές, ἡ πιὸ δυνατὴ καὶ ἄξια, θὰ νικήσῃ τὶς ἄλλες καὶ θ’ ἀνεβῇ στὸ θρόνο τῆς Βασίλισσας, προικισμένη μὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς Μάννας της, γιὰ νὰ διευθύνῃ τὴ θαυμαστὴ κοινωνία τῶν μελισσῶν.

Πηγή  : Αναγνωστικό Ε' Δημοτικού 1955

xines

Στὸ αὐλάκι, ποὺ παίζουν τὰ παιδιά, κολυμποῦν καὶ τὰ χηνόπουλα τῆς κυρὰ - Σταματίνας. Δώδεκα ἀσπροκίτρινα χηνόπουλα. Τί βουτιὲς ποὺ κάνουν! Τί παιγνίδια στὸ νερό! Τί κυνηγητά! Ὁ Νῖκος, ὁ Τάκης καὶ ἄλλα παιδιὰ περνοῦν πολλὲς φορὲς τὴν ὥρα μαζί τους.

- Πῶς ἔμαθαν, ἀλήθεια, τόσο μικρὰ νὰ κολυμποῦν! Πῶς κάνουν τόσα παιγνίδια; ἐρωτᾶ ἡ Μαρία.

- Ἔτσι τὰ ἐκανόνισε ὁ Θεός, παιδί μου, τῆς λέγει ἡ κυρὰ - Σταματῖνα. Τὰ χηνόπουλα καὶ τὰ παπάκια κολυμποῦν στὸ νερό, μὰ στὴ στεριὰ δύσκολα περπατοῦν.

- Καὶ τί τοὺς δίνεις καὶ τρώγουν, κυρὰ Σταματῖνα;

- Ὄσο εἶναι μικρά, τρώγουν ζυμωμένα πίτουρα, ποὺ εἶναι μαλακά. Ὅταν μεγαλώσουν, τρώγουν ὅ,τι τύχῃ. Ἄν δὲν τοὺς δώσῃς, ξεσηκώνουν τὴ γειτονιὰ ἀπὸ φωνές. Ἀγαποῦν καὶ τὸ καλαμπόκι καὶ τὰ λάχανα μὲ τὸ ἀλεύρι, Ἄν πῆτε καὶ γιὰ σκουλήκια, τρελαίνονται. Γι’ αὐτὸ καὶ κάνουν αὐτὲς τὶς βουτιὲς στὸ νερό. Καὶ βάτραχο, ἂν πετύχουν, δὲν τὸν  ἀφήνουν.

Τὴν ὥρα ἐκείνη, ἡ μεγάλη χἡνα ἔβγαλε μιὰ δυνατή φωνή :

- Χί! χί! χί! ἐφώναξε κι ἄνοιξε τὰ πτερά της.

Ἕνας σκύλος ἐφάνηκε στὸ δρόμο νὰ ἔρχεται καὶ ἡ καημένη ἐφοβήθηκε γιὰ τὰ παιδάκια της. Ἡ Σταματῖνα ἐσηκώθηκε καὶ τὸν ἐκυνήγησε. Ὕστερα ἔδειξε στὰ παιδιὰ ἕνα αὐγὸ  χήνας.

- Ὅσοι δὲν ἔχετε ἰδεῖ αὐγὸ τέτοιο, κοιτάξετέ το. Οἱ χῆνες δὲν ἔχουν φωλιά. Τὰ γεννοῦν ὅπου τύχει. Αὐτὸ μοῦ τὸ ἐγέννησαν στὸ δρόμο. Εἶναι, καθὼς βλέπετε, ἀρκετὰ μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ αὐγὸ τῆς ὄρνιθας. Εἶναι καὶ λίγο σκοῦρο.

- Νά! ἕνα τέτοιο γίνεται ὡραῖο μαγικὸ καράβι, εἶπεν ὁ Νῖκος.

Σὲ λίγο, ἡ Σταματῖνα ἔπαιρνε τὰ χηνόπουλά της στὸ σπίτι. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ στὸ δρόμο ἔπεσε ἀνάσκελα. Ἄν δὲν τὸ ἐσήκωνε ἡ γυναῖκα, μποροῦσε νὰ ψοφήσῃ ἐκεῖ. Μόνο του ἧταν
ἀνίκανο νὰ σηκωθῇ.

- Ὥσπου νὰ μεγαλώσουν, θέλουν πολλὴ προσοχή, εἶπεν ἡ Σταματῖνα στὰ παιδιά. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἔρχωνται ἐδῶ στὸ αὐλάκι, νὰ μοῦ τὰ προσέχετε.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Ἄλλα παιδιὰ παρατηροῦν μὲ προσοχὴ τον ἀνθόκηπο, τὸ δενδρόκηπο, τὸ λαχανόκηπο, τὰ φυτώρια καὶ τὰ σπορεῖα.

Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ σχολικοῦ κήπου εἶναι βαλμένα στὴ σειρά, τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο, καμμιὰ εἰκοσαριὰ ξύλινα μεγάλα κουτιά, σὰν σπιτάκια. Ὅσο τὰ παιδιὰ ἐπλησίαζαν, ἕνα δυνατὸ βούϊσμα ἐκτυποῦσε τ’ αὐτιά τους καὶ ὅταν ἦλθαν κοντά, εἶδαν καὶ τὶς μέλισσες, ποὺ ἐτριγύριζαν τὶς κυψέλες των. Ἕνα πλῆθος ἀπ’ αὐτὰ τὰ ξανθὰ έντομα ἐπήγαιναν καὶ  ἔμπαιναν καὶ ἔβγαιναν στὶς πορτίτσες τῶν ξυλίνων σπιτιῶν των. Ὅλη τὴν ὥρα ἐγίνετο αὐτό. Μὰ ἐκεῖνες ποὺ ἤρχοντο ἐβάραιναν ἀπὸ τὸ φόρτωμα, ἐνῷ ἐκεῖνες ποὺ ἔβγαιναν ἦσαν ἄδειες.

― Ἰδέτε, ἰδέτε, εἶπε ὁ δάσκαλος πλησιάζοντας ἐκεῖ, ὅσες ἔρχονται πῶς ἔχουν τὰ πόδια των φορτωμένα μὲ κίτρινη σκόνη καὶ πῶς τὸ στόμα τους εἶναι γεμᾶτο μέλι. Πετοῦν ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι. Ἐκεῖ χώνονται καὶ γεμίζουν τὸ  στόμα των μ’ αὐτό. Τὴν ἴδια στιγμὴ μὲ τὰ πόδια των, ποὺ μοιάζουν σὰν φτυαράκια, μαζεύουν τὴ γῦρι, δηλαδὴ τὴν κίτρινη ἐκείνη σκόνη τοῦ λουλουδιοῦ. Καὶ ἅμα φορτωθοῦν καλά, πετοῦν πάλι καὶ γυρίζουν στὴν κυψέλη των. Γιὰ ἰδέτε ἐκεῖ, σ’ ἐκείνη τὴν ἀνθισμένη μηλιὰ τί γίνεται!

Ὅλοι ἐκοίταξαν τὴν ἀνθισμένη μηλιά, ποὺ ἦτο λίγο πιὸ πέρα. Ἀλήθεια πλῆθος πολὺ ἀπὸ μελισσες ἐπετοῦσαν στοὺς ἀνθούς της.

― Καὶ τί τὸ κάνουν τὸ φόμτωμά των, ποὺ φέρνουν στὴν κυψέλη; ἐρώτησε ὁ Κωστάκης.

― Θὰ σᾶς δείξω ἀμέσως, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος. Πλησιάστε ἐδῶ.

Ὅλοι ἐπλησίασαν γῦρο σ’ ένα ἀπὸ τὰ σπιτάκια. Ὁ δάσκαλος ἔπιασε καὶ ἄνοιξε τὸ σκέπασμά του.

― Νὰ! εἶπε ὁ δάσκαλος, βλέπετε;

Ὅλοι ἐκοίταξαν μὲ περιέργεια, ἐνῷ ὁ δάσκαλος ἐξακολούθησε:

— Αὐτὴ εἶναι ἡ κηρήθρα. Ὅλες αὐτὲς οἱ τρυπίτσες, ποὺ ἔχει, θὰ γεμίσουν μέλι. Οἱ μέλισσες ξεύρουν καὶ φτειάνουν μὲ μεγάλη τέχνη αὐτὲς τὶς κηρῆθρες. Βγάζουν ἀπὸ τὴν κοιλιά τους γῦρο σὰν ἱδρῶτα μιὰ οὐσία καὶ μ’ αὐτὴ πλάθουν καὶ κτίζουν.

Αὐτὴ ἡ οὐσία εἶναι τὸ κερί. Νά, λοιπόν, παιδιά, τὸ ἐργοστάσιο, ποὺ βγάζει τὸ κερί. Τὸ μοσχομυρωδᾶτο κερί, ποὺ  ἀνάβομε καὶ κρατοῦμε τὴ Λαμπρὴ καὶ χαιρόμεθα τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας. Νά τὸ ἐργοστάσιο, ποὺ βγάζει τὸ  μέλι, τὴν πιὸ γλυκειὰ καὶ θρεπτικὴ τροφή μας. Τὸ μέλι, ποὺ βάζομε στὶς μελόπιττες καὶ στοὺς λουκουμάδες, στὰ μελομακάρουνα καὶ στὶς δίπλες καὶ στὰ διάφορα γλυκίσματα τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Λαμπρῆς.

Τὶς καημένες τὶς μελισσοῦλες!

Τίποτε δὲν μᾶς γυρεύουν, παρὰ μόνον μιὰ καλοφτειαγμένη κυψέλη. Γιὰ νὰ βοσκήσουν, μποροῦν νὰ πᾶνε καὶ πολὺ μακριά. Ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνο ἐκεῖ ἀντικρὺ τὸ βουνό. Ὅταν ἀνθίζῃ σ’ ἐκεῖνες τὶς πλαγιὲς τὸ θυμάρι, πετοῦν ἐκεῖ καὶ
βόσκουν σ’ αὐτό. Τὸ μέλι, τὸ θυμαρήσιο, εἶναι τὸ πιὸ μοσχομύριστο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ μέλι Ὑμηττοῦ εἶναι τὸ πιὸ ξακουστό.

— Τί πολλὲς ποὺ εἶναι! εἶπε ὁ Κωστάκης.

— Κάθε κυψέλη, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος, ἔχει ἐπάνω - κάτω δέκα χιλιάδες μέλισσες. Καὶ γιὰ νὰ ξεύρετε, αὐτὲς ἔχουν μιὰ μονάχα μητέρα!

— Μιὰ μητέρα ὅλες; ἐρώτησε ἡ Ἑλενίτσα.

— Ναί, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος. Ὅταν ἡ κηρήθρα εἶναι ἕτοιμη, μπαίνει ἡ μητέρα τους σὲ κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς  τρυπίτσες καὶ γεννᾷ ἀπὸ ἕνα αὐγό. Σὲ λίγες ἡμέρες, ἀπὸ τὸ αὐγὸ αὐτὸ βγαίνει μιὰ ἄσπρη κάμπια. Ἡ κάμπια αὐτὴ πάλι σὲ λίγο καιρὸ μεταμορφώνεται καὶ γίνεται μιὰ μέλισσα, καθὼς ὅλες. Νά, κοιτᾶτε αὐτὲς ἐδῶ, ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ
τὸν πρῶτο περίπατο τῆς ζωῆς των. Αὐτὴ εἶναι ἀκόμη μουδιασμένη, μόλις ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί της. Τώρα ἰδέτε την, δοκιμάζει τὰ πτερά της. Ἅπ! πάει, ἐπέταξε. Σὲ λίγο θὰ γυρίσῃ φορτωμένη.

Ὅλες ἀγαποῦν τὴ μητέρα των πάρα πολὺ καὶ τὴν ἀκούουν ἀμέσως σὲ ὅ,τι εἰπῇ καὶ μὲ μεγάλη προθυμία. Τὴν  ὀνομάζομε βασίλισσα, γιατὶ εἶναι μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, καὶ αὐτὴ δίνει ὅλες τὶς διαταγές. Ποιές μέλισσες θὰ πᾶνε γιὰ μέλι ἔξω στὰ λουλούδια, ποιές θὰ μείνουν νὰ καθαρίσουν τὴν κυψέλη, ποιές θὰ ταΐσουν καὶ θὰ περιποιηθοῦν τὶς
νεογέννητες κάμπιες καὶ ποιές θὰ φυλάξουν σκοποὶ στὴν πὸρτα νὰ μὴν ἔλθῃ κανένας ἐχθρός.

― Καὶ τί θὰ κάνουν, ἂν ἔλθῃ κανένας ἐχθρός; ἐρώτησε ἡ Ἑλενίτσα.

― Χύνονται ἐπάνω του καὶ τὸν κεντρώνουν μὲ τὸ φαρμακερὸ κεντρί των, ἀπάντησε ὁ δάσκαλος.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955

Ὁ Κωστάκης σήμερα ἀργεῖ νὰ ξυπνήσῃ. Ἔχει περάσει ἡ συνηθισμένη ὥρα, ποὺ ξυπνᾷ, κι ἀκόμη κοιμᾶται.

Βλέπει ἕνα γλυκὸ ὄνειρο καὶ εἶναι εὐτυχισμένος. Βλέπει τάχα πὼς εἶναι μέσα σὲ μιὰ ἀνθοστολισμένη ἅμαξα μαζὶ μὲ τὴν ἐξαδελφούλα του, τὴν Ἑλενίτσα, καὶ πηγαίνουν, ὅλο πηγαίνουν στὸν ἐξοχικὸ δρόμο. Ἀριστερὰ μιὰ δενδροστοιχία ἀπὸ πελώρια πλατάνια, που δὲν τελειώνει. Ἐπάνω στα κλαδιά των, πουλιὰ χρωματιστὰ  πετοῦν καὶ κελαϊδοῦν. Καὶ ἕνα ἀγγελικὸ τραγούδι χαϊδεύει τ’ αὐτιά του.

Αὐτὴ ὅμως ἡ φωνὴ σὰν νὰ μοιάζῃ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τῆς μητέρας του. Καὶ νά, τώρα σταματᾷ τὸ ἀγγελικὸ  τραγούδι καὶ ἀκούεται ἀλήθεια ἡ φωνὴ τῆς μητέρας τοῦ Κωστάκη ποὺ λέγει:

— Κωστάκη, ἀγόρι μου! Ξύπνα, χρυσό μου ἀγγελούδι! Ξύπνα φῶς μου!

Καὶ ἕνα ἁπαλὸ γλυκὸ χέρι ἀκουμπᾷ στα μαλλιά του καὶ ἑνα ζεστὸ φιλὶ νοιώθει στὸ μάγουλό του. Ἀνοίγει τὰ μάτια του καὶ ἀντικρύζει τὰ γλυκὰ μάτια τῆς μητέρας του.

— Ἄχ, μητέρα μου, τί ὡραῖο ὄνειρο, ποὺ ἔβλεπα, τί ὡραῖο!

— Ναί, μὰ ξέρεις πὼς εἶναι ἀργά;

— Ἀλήθεια; Ἔχει περάσει ἡ ὥρα καὶ ἑγὼ εὐρίσκομαι ἀκόμη στὸ κρεβάτι; εἶπε ὁ Κωστάκης καὶ πετάχθηκε ἀμέσως ὄρθιος.

— Τώρα εἶναι πιὰ ἄνοιξι, εἶπε ἡ μητέρα του, καὶ πρέπει νὰ σηκώνεσαι πιὸ ἐνωρις. Ἡ Ἑλενίτσα πιὸ ἐνωρὶς ὲσηκώθηκε σήμερα. Ἐμπρός, ντύσου, ἑτοιμάσου γρήγορα καὶ ἔλα κάτι νὰ σοῦ δείξω.

Ὁ Κωστάκης ἐντύθηκε, ἐπλύθηκε βιαστικά, προσευχήθηκε κι ἔτρεξε στὴν τραπεζαρία. Ἐκαλημέρισε καὶ  ἐφίλησε τὸ χέρι τῆς μητέρας καὶ τῆς γιαγιᾶς, ποὺ ἦσαν ἐκεῖ.

— Μάντεψε λοιπὸν ποιός ἦλθε σήμερα! τοῦ εἶπε ἡ μητέοα του.

— Ἡ θεία ἡ Ἄννα;

— Ὄχι.

— Ὁ θεῖος ὁ Πέτρος;

— Ὄχι.

— Μητέρα, σὺ ἐτραγουδοῦσες πρὶν τὸ τραγούδι τῆς ἀνοίξεως καὶ ἔλεγες: «Ἦλθε πάλι ἡ ἄνοἱξι». Λοιπὸν γι’ αὐτὴν λές. Ἡ Ἄνοιξις ἦλθε!

— Χμ! ἔκαμε ἡ μητέρα του γελῶντας. Κάπως λιγάκι πλησιάζεις νὰ τὸ εὕρῃς.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούσθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸ παράθυρο, κατὰ τὸν κῆπο, ἕνα «τριτριλ, τρίλ, τιτρὶλ...» καὶ εὐθὺς δυὸ μαῦρα σπαθωτὰ πτερὰ ἐπέρασαν σὰν ἀστραπή.

— Ἆ, τὰ χελιδόνια! ἐφώναξε καὶ ἐκτύπησε μὲ χαρὰ τὰ χέρια του ὁ Κωστάκης.

— Ναί, τὰ χελιδόνια ἦλθαν, εἶπε ἡ μητέρα του. Εὑρῆκαν τὴν παλιά τους φωλιὰ καὶ κελαϊδοῦν γεμᾶτα ἀπὸ εὐχαρίστησι. Τώρα θὰ τὴν ἐπιθεωρήσουν, θὰ τὴν διορθώσουν ὅπου χρειάζεται καὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ  κάμουν τ’ αὐγουλάκια τους. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσθηκε ἡ Ἑλενίτσα:

— Κωστάκη, Κωστάκη, τὰ χελιδόνια! Ἦλθαν τὰ χελιδόνια!

— Τὰ εἶδα, Ἑλενίτσα. Ἔλα νὰ τοὺς εἰποῦμε τὸ τραγουδάκι τους, ἐφώναξε ὁ Κωστάκης, βγαίνοντας στὴν αὐλή.

Ἦλθε τρέχοντας καὶ ἡ Ἑλενίτσα καὶ τὰ παιδιά, κοιτάζοντας τὰ καλὰ πουλάκια, εἶπαν τὸ τραγουδάκι:

ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΜΟΥ ΓΟΡΓΟ

Χελιδόνι μου γοργό, πού ᾽ρθες ἀπ’ τὴν ἔρημο,
τί καλὰ μᾶς ἔφερες;
Τὴν ὑγειὰ καὶ τὴ χαρὰ
καὶ τὰ κόκκινα τ’ αὐγά.

Μάρτη, Μάρτη βροχερέ,
καὶ Ἀπρίλη δροσερέ,
τὰ πουλάκια κελαδοῦν,
τὰ δενδράκια φύλλα ἀνθοῦν
τὰ πουλάκια αὐγὰ γεννοῦν
κι ἀρχινοῦν νὰ τὰ κλωσσοῦν.

Λαϊκὸ

Ἔπειτα ἐμπῆκαν στὸ σπίτι, ἤπιαν τὸ γάλα τους, ἐπῆραν τὶς σάκκες των καὶ ἐπῆγαν στὸ σχολεῖο.

Ἐκεῖ τοὺς εἶπαν τὰ ἄλλα παιδιὰ ὅτι ὅλες οἱ φωλιὲς στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν εἶχαν δεχθῆ πάλι τοὺς νοικοκυραίους των, ποὺ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ξενιτειά.

Ἡ δασκάλα ἐμίλησε στὰ παιδιὰ γιὰ τὰ χελιδόνια. Τοὺς εἶπε πὼς ἔρχονται ἀπὸ τοὺς ζεστοὺς τὸπους, ἀπὸ τὴν Ἀφρική. Ἐταξίδευσαν πολλὲς ἡμέρες, ἐπέρασαν ἀπὸ θάλασσες γιὰ νὰ μᾶς ἔλθουν.

Τοὺς εἶπε καὶ πόσο ὠφέλιμα μᾶς εἶναι. Πὼς τρώγουν χιλιάδες χιλιάδων κουνούπια καὶ μυῖγες καὶ μᾶς  γλυτώνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμερὰ ἔντομα.

Ὕστερα τοὺς εἶπε πὼς τὰ χελιδόνια φέρνουν τὴν ἄνοιξι, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας, τὴν Ἐθνικὴ ἑορτή, τὴ Λαμπρὴ μὲ τὰ κόκκινα αὐγά, τὴν ὑγεία καὶ τὴ χαρά.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955