xines

Στὸ αὐλάκι, ποὺ παίζουν τὰ παιδιά, κολυμποῦν καὶ τὰ χηνόπουλα τῆς κυρὰ - Σταματίνας. Δώδεκα ἀσπροκίτρινα χηνόπουλα. Τί βουτιὲς ποὺ κάνουν! Τί παιγνίδια στὸ νερό! Τί κυνηγητά! Ὁ Νῖκος, ὁ Τάκης καὶ ἄλλα παιδιὰ περνοῦν πολλὲς φορὲς τὴν ὥρα μαζί τους.

- Πῶς ἔμαθαν, ἀλήθεια, τόσο μικρὰ νὰ κολυμποῦν! Πῶς κάνουν τόσα παιγνίδια; ἐρωτᾶ ἡ Μαρία.

- Ἔτσι τὰ ἐκανόνισε ὁ Θεός, παιδί μου, τῆς λέγει ἡ κυρὰ - Σταματῖνα. Τὰ χηνόπουλα καὶ τὰ παπάκια κολυμποῦν στὸ νερό, μὰ στὴ στεριὰ δύσκολα περπατοῦν.

- Καὶ τί τοὺς δίνεις καὶ τρώγουν, κυρὰ Σταματῖνα;

- Ὄσο εἶναι μικρά, τρώγουν ζυμωμένα πίτουρα, ποὺ εἶναι μαλακά. Ὅταν μεγαλώσουν, τρώγουν ὅ,τι τύχῃ. Ἄν δὲν τοὺς δώσῃς, ξεσηκώνουν τὴ γειτονιὰ ἀπὸ φωνές. Ἀγαποῦν καὶ τὸ καλαμπόκι καὶ τὰ λάχανα μὲ τὸ ἀλεύρι, Ἄν πῆτε καὶ γιὰ σκουλήκια, τρελαίνονται. Γι’ αὐτὸ καὶ κάνουν αὐτὲς τὶς βουτιὲς στὸ νερό. Καὶ βάτραχο, ἂν πετύχουν, δὲν τὸν  ἀφήνουν.

Τὴν ὥρα ἐκείνη, ἡ μεγάλη χἡνα ἔβγαλε μιὰ δυνατή φωνή :

- Χί! χί! χί! ἐφώναξε κι ἄνοιξε τὰ πτερά της.

Ἕνας σκύλος ἐφάνηκε στὸ δρόμο νὰ ἔρχεται καὶ ἡ καημένη ἐφοβήθηκε γιὰ τὰ παιδάκια της. Ἡ Σταματῖνα ἐσηκώθηκε καὶ τὸν ἐκυνήγησε. Ὕστερα ἔδειξε στὰ παιδιὰ ἕνα αὐγὸ  χήνας.

- Ὅσοι δὲν ἔχετε ἰδεῖ αὐγὸ τέτοιο, κοιτάξετέ το. Οἱ χῆνες δὲν ἔχουν φωλιά. Τὰ γεννοῦν ὅπου τύχει. Αὐτὸ μοῦ τὸ ἐγέννησαν στὸ δρόμο. Εἶναι, καθὼς βλέπετε, ἀρκετὰ μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ αὐγὸ τῆς ὄρνιθας. Εἶναι καὶ λίγο σκοῦρο.

- Νά! ἕνα τέτοιο γίνεται ὡραῖο μαγικὸ καράβι, εἶπεν ὁ Νῖκος.

Σὲ λίγο, ἡ Σταματῖνα ἔπαιρνε τὰ χηνόπουλά της στὸ σπίτι. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ στὸ δρόμο ἔπεσε ἀνάσκελα. Ἄν δὲν τὸ ἐσήκωνε ἡ γυναῖκα, μποροῦσε νὰ ψοφήσῃ ἐκεῖ. Μόνο του ἧταν
ἀνίκανο νὰ σηκωθῇ.

- Ὥσπου νὰ μεγαλώσουν, θέλουν πολλὴ προσοχή, εἶπεν ἡ Σταματῖνα στὰ παιδιά. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἔρχωνται ἐδῶ στὸ αὐλάκι, νὰ μοῦ τὰ προσέχετε.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963

Ἄλλα παιδιὰ παρατηροῦν μὲ προσοχὴ τον ἀνθόκηπο, τὸ δενδρόκηπο, τὸ λαχανόκηπο, τὰ φυτώρια καὶ τὰ σπορεῖα.

Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ σχολικοῦ κήπου εἶναι βαλμένα στὴ σειρά, τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο, καμμιὰ εἰκοσαριὰ ξύλινα μεγάλα κουτιά, σὰν σπιτάκια. Ὅσο τὰ παιδιὰ ἐπλησίαζαν, ἕνα δυνατὸ βούϊσμα ἐκτυποῦσε τ’ αὐτιά τους καὶ ὅταν ἦλθαν κοντά, εἶδαν καὶ τὶς μέλισσες, ποὺ ἐτριγύριζαν τὶς κυψέλες των. Ἕνα πλῆθος ἀπ’ αὐτὰ τὰ ξανθὰ έντομα ἐπήγαιναν καὶ  ἔμπαιναν καὶ ἔβγαιναν στὶς πορτίτσες τῶν ξυλίνων σπιτιῶν των. Ὅλη τὴν ὥρα ἐγίνετο αὐτό. Μὰ ἐκεῖνες ποὺ ἤρχοντο ἐβάραιναν ἀπὸ τὸ φόρτωμα, ἐνῷ ἐκεῖνες ποὺ ἔβγαιναν ἦσαν ἄδειες.

― Ἰδέτε, ἰδέτε, εἶπε ὁ δάσκαλος πλησιάζοντας ἐκεῖ, ὅσες ἔρχονται πῶς ἔχουν τὰ πόδια των φορτωμένα μὲ κίτρινη σκόνη καὶ πῶς τὸ στόμα τους εἶναι γεμᾶτο μέλι. Πετοῦν ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι. Ἐκεῖ χώνονται καὶ γεμίζουν τὸ  στόμα των μ’ αὐτό. Τὴν ἴδια στιγμὴ μὲ τὰ πόδια των, ποὺ μοιάζουν σὰν φτυαράκια, μαζεύουν τὴ γῦρι, δηλαδὴ τὴν κίτρινη ἐκείνη σκόνη τοῦ λουλουδιοῦ. Καὶ ἅμα φορτωθοῦν καλά, πετοῦν πάλι καὶ γυρίζουν στὴν κυψέλη των. Γιὰ ἰδέτε ἐκεῖ, σ’ ἐκείνη τὴν ἀνθισμένη μηλιὰ τί γίνεται!

Ὅλοι ἐκοίταξαν τὴν ἀνθισμένη μηλιά, ποὺ ἦτο λίγο πιὸ πέρα. Ἀλήθεια πλῆθος πολὺ ἀπὸ μελισσες ἐπετοῦσαν στοὺς ἀνθούς της.

― Καὶ τί τὸ κάνουν τὸ φόμτωμά των, ποὺ φέρνουν στὴν κυψέλη; ἐρώτησε ὁ Κωστάκης.

― Θὰ σᾶς δείξω ἀμέσως, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος. Πλησιάστε ἐδῶ.

Ὅλοι ἐπλησίασαν γῦρο σ’ ένα ἀπὸ τὰ σπιτάκια. Ὁ δάσκαλος ἔπιασε καὶ ἄνοιξε τὸ σκέπασμά του.

― Νὰ! εἶπε ὁ δάσκαλος, βλέπετε;

Ὅλοι ἐκοίταξαν μὲ περιέργεια, ἐνῷ ὁ δάσκαλος ἐξακολούθησε:

— Αὐτὴ εἶναι ἡ κηρήθρα. Ὅλες αὐτὲς οἱ τρυπίτσες, ποὺ ἔχει, θὰ γεμίσουν μέλι. Οἱ μέλισσες ξεύρουν καὶ φτειάνουν μὲ μεγάλη τέχνη αὐτὲς τὶς κηρῆθρες. Βγάζουν ἀπὸ τὴν κοιλιά τους γῦρο σὰν ἱδρῶτα μιὰ οὐσία καὶ μ’ αὐτὴ πλάθουν καὶ κτίζουν.

Αὐτὴ ἡ οὐσία εἶναι τὸ κερί. Νά, λοιπόν, παιδιά, τὸ ἐργοστάσιο, ποὺ βγάζει τὸ κερί. Τὸ μοσχομυρωδᾶτο κερί, ποὺ  ἀνάβομε καὶ κρατοῦμε τὴ Λαμπρὴ καὶ χαιρόμεθα τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας. Νά τὸ ἐργοστάσιο, ποὺ βγάζει τὸ  μέλι, τὴν πιὸ γλυκειὰ καὶ θρεπτικὴ τροφή μας. Τὸ μέλι, ποὺ βάζομε στὶς μελόπιττες καὶ στοὺς λουκουμάδες, στὰ μελομακάρουνα καὶ στὶς δίπλες καὶ στὰ διάφορα γλυκίσματα τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Λαμπρῆς.

Τὶς καημένες τὶς μελισσοῦλες!

Τίποτε δὲν μᾶς γυρεύουν, παρὰ μόνον μιὰ καλοφτειαγμένη κυψέλη. Γιὰ νὰ βοσκήσουν, μποροῦν νὰ πᾶνε καὶ πολὺ μακριά. Ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνο ἐκεῖ ἀντικρὺ τὸ βουνό. Ὅταν ἀνθίζῃ σ’ ἐκεῖνες τὶς πλαγιὲς τὸ θυμάρι, πετοῦν ἐκεῖ καὶ
βόσκουν σ’ αὐτό. Τὸ μέλι, τὸ θυμαρήσιο, εἶναι τὸ πιὸ μοσχομύριστο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ μέλι Ὑμηττοῦ εἶναι τὸ πιὸ ξακουστό.

— Τί πολλὲς ποὺ εἶναι! εἶπε ὁ Κωστάκης.

— Κάθε κυψέλη, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος, ἔχει ἐπάνω - κάτω δέκα χιλιάδες μέλισσες. Καὶ γιὰ νὰ ξεύρετε, αὐτὲς ἔχουν μιὰ μονάχα μητέρα!

— Μιὰ μητέρα ὅλες; ἐρώτησε ἡ Ἑλενίτσα.

— Ναί, ἀποκρίθηκε ὁ δάσκαλος. Ὅταν ἡ κηρήθρα εἶναι ἕτοιμη, μπαίνει ἡ μητέρα τους σὲ κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς  τρυπίτσες καὶ γεννᾷ ἀπὸ ἕνα αὐγό. Σὲ λίγες ἡμέρες, ἀπὸ τὸ αὐγὸ αὐτὸ βγαίνει μιὰ ἄσπρη κάμπια. Ἡ κάμπια αὐτὴ πάλι σὲ λίγο καιρὸ μεταμορφώνεται καὶ γίνεται μιὰ μέλισσα, καθὼς ὅλες. Νά, κοιτᾶτε αὐτὲς ἐδῶ, ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ
τὸν πρῶτο περίπατο τῆς ζωῆς των. Αὐτὴ εἶναι ἀκόμη μουδιασμένη, μόλις ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί της. Τώρα ἰδέτε την, δοκιμάζει τὰ πτερά της. Ἅπ! πάει, ἐπέταξε. Σὲ λίγο θὰ γυρίσῃ φορτωμένη.

Ὅλες ἀγαποῦν τὴ μητέρα των πάρα πολὺ καὶ τὴν ἀκούουν ἀμέσως σὲ ὅ,τι εἰπῇ καὶ μὲ μεγάλη προθυμία. Τὴν  ὀνομάζομε βασίλισσα, γιατὶ εἶναι μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, καὶ αὐτὴ δίνει ὅλες τὶς διαταγές. Ποιές μέλισσες θὰ πᾶνε γιὰ μέλι ἔξω στὰ λουλούδια, ποιές θὰ μείνουν νὰ καθαρίσουν τὴν κυψέλη, ποιές θὰ ταΐσουν καὶ θὰ περιποιηθοῦν τὶς
νεογέννητες κάμπιες καὶ ποιές θὰ φυλάξουν σκοποὶ στὴν πὸρτα νὰ μὴν ἔλθῃ κανένας ἐχθρός.

― Καὶ τί θὰ κάνουν, ἂν ἔλθῃ κανένας ἐχθρός; ἐρώτησε ἡ Ἑλενίτσα.

― Χύνονται ἐπάνω του καὶ τὸν κεντρώνουν μὲ τὸ φαρμακερὸ κεντρί των, ἀπάντησε ὁ δάσκαλος.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955

Ὁ Κωστάκης σήμερα ἀργεῖ νὰ ξυπνήσῃ. Ἔχει περάσει ἡ συνηθισμένη ὥρα, ποὺ ξυπνᾷ, κι ἀκόμη κοιμᾶται.

Βλέπει ἕνα γλυκὸ ὄνειρο καὶ εἶναι εὐτυχισμένος. Βλέπει τάχα πὼς εἶναι μέσα σὲ μιὰ ἀνθοστολισμένη ἅμαξα μαζὶ μὲ τὴν ἐξαδελφούλα του, τὴν Ἑλενίτσα, καὶ πηγαίνουν, ὅλο πηγαίνουν στὸν ἐξοχικὸ δρόμο. Ἀριστερὰ μιὰ δενδροστοιχία ἀπὸ πελώρια πλατάνια, που δὲν τελειώνει. Ἐπάνω στα κλαδιά των, πουλιὰ χρωματιστὰ  πετοῦν καὶ κελαϊδοῦν. Καὶ ἕνα ἀγγελικὸ τραγούδι χαϊδεύει τ’ αὐτιά του.

Αὐτὴ ὅμως ἡ φωνὴ σὰν νὰ μοιάζῃ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τῆς μητέρας του. Καὶ νά, τώρα σταματᾷ τὸ ἀγγελικὸ  τραγούδι καὶ ἀκούεται ἀλήθεια ἡ φωνὴ τῆς μητέρας τοῦ Κωστάκη ποὺ λέγει:

— Κωστάκη, ἀγόρι μου! Ξύπνα, χρυσό μου ἀγγελούδι! Ξύπνα φῶς μου!

Καὶ ἕνα ἁπαλὸ γλυκὸ χέρι ἀκουμπᾷ στα μαλλιά του καὶ ἑνα ζεστὸ φιλὶ νοιώθει στὸ μάγουλό του. Ἀνοίγει τὰ μάτια του καὶ ἀντικρύζει τὰ γλυκὰ μάτια τῆς μητέρας του.

— Ἄχ, μητέρα μου, τί ὡραῖο ὄνειρο, ποὺ ἔβλεπα, τί ὡραῖο!

— Ναί, μὰ ξέρεις πὼς εἶναι ἀργά;

— Ἀλήθεια; Ἔχει περάσει ἡ ὥρα καὶ ἑγὼ εὐρίσκομαι ἀκόμη στὸ κρεβάτι; εἶπε ὁ Κωστάκης καὶ πετάχθηκε ἀμέσως ὄρθιος.

— Τώρα εἶναι πιὰ ἄνοιξι, εἶπε ἡ μητέρα του, καὶ πρέπει νὰ σηκώνεσαι πιὸ ἐνωρις. Ἡ Ἑλενίτσα πιὸ ἐνωρὶς ὲσηκώθηκε σήμερα. Ἐμπρός, ντύσου, ἑτοιμάσου γρήγορα καὶ ἔλα κάτι νὰ σοῦ δείξω.

Ὁ Κωστάκης ἐντύθηκε, ἐπλύθηκε βιαστικά, προσευχήθηκε κι ἔτρεξε στὴν τραπεζαρία. Ἐκαλημέρισε καὶ  ἐφίλησε τὸ χέρι τῆς μητέρας καὶ τῆς γιαγιᾶς, ποὺ ἦσαν ἐκεῖ.

— Μάντεψε λοιπὸν ποιός ἦλθε σήμερα! τοῦ εἶπε ἡ μητέοα του.

— Ἡ θεία ἡ Ἄννα;

— Ὄχι.

— Ὁ θεῖος ὁ Πέτρος;

— Ὄχι.

— Μητέρα, σὺ ἐτραγουδοῦσες πρὶν τὸ τραγούδι τῆς ἀνοίξεως καὶ ἔλεγες: «Ἦλθε πάλι ἡ ἄνοἱξι». Λοιπὸν γι’ αὐτὴν λές. Ἡ Ἄνοιξις ἦλθε!

— Χμ! ἔκαμε ἡ μητέρα του γελῶντας. Κάπως λιγάκι πλησιάζεις νὰ τὸ εὕρῃς.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούσθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸ παράθυρο, κατὰ τὸν κῆπο, ἕνα «τριτριλ, τρίλ, τιτρὶλ...» καὶ εὐθὺς δυὸ μαῦρα σπαθωτὰ πτερὰ ἐπέρασαν σὰν ἀστραπή.

— Ἆ, τὰ χελιδόνια! ἐφώναξε καὶ ἐκτύπησε μὲ χαρὰ τὰ χέρια του ὁ Κωστάκης.

— Ναί, τὰ χελιδόνια ἦλθαν, εἶπε ἡ μητέρα του. Εὑρῆκαν τὴν παλιά τους φωλιὰ καὶ κελαϊδοῦν γεμᾶτα ἀπὸ εὐχαρίστησι. Τώρα θὰ τὴν ἐπιθεωρήσουν, θὰ τὴν διορθώσουν ὅπου χρειάζεται καὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ  κάμουν τ’ αὐγουλάκια τους. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσθηκε ἡ Ἑλενίτσα:

— Κωστάκη, Κωστάκη, τὰ χελιδόνια! Ἦλθαν τὰ χελιδόνια!

— Τὰ εἶδα, Ἑλενίτσα. Ἔλα νὰ τοὺς εἰποῦμε τὸ τραγουδάκι τους, ἐφώναξε ὁ Κωστάκης, βγαίνοντας στὴν αὐλή.

Ἦλθε τρέχοντας καὶ ἡ Ἑλενίτσα καὶ τὰ παιδιά, κοιτάζοντας τὰ καλὰ πουλάκια, εἶπαν τὸ τραγουδάκι:

ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΜΟΥ ΓΟΡΓΟ

Χελιδόνι μου γοργό, πού ᾽ρθες ἀπ’ τὴν ἔρημο,
τί καλὰ μᾶς ἔφερες;
Τὴν ὑγειὰ καὶ τὴ χαρὰ
καὶ τὰ κόκκινα τ’ αὐγά.

Μάρτη, Μάρτη βροχερέ,
καὶ Ἀπρίλη δροσερέ,
τὰ πουλάκια κελαδοῦν,
τὰ δενδράκια φύλλα ἀνθοῦν
τὰ πουλάκια αὐγὰ γεννοῦν
κι ἀρχινοῦν νὰ τὰ κλωσσοῦν.

Λαϊκὸ

Ἔπειτα ἐμπῆκαν στὸ σπίτι, ἤπιαν τὸ γάλα τους, ἐπῆραν τὶς σάκκες των καὶ ἐπῆγαν στὸ σχολεῖο.

Ἐκεῖ τοὺς εἶπαν τὰ ἄλλα παιδιὰ ὅτι ὅλες οἱ φωλιὲς στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν εἶχαν δεχθῆ πάλι τοὺς νοικοκυραίους των, ποὺ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ξενιτειά.

Ἡ δασκάλα ἐμίλησε στὰ παιδιὰ γιὰ τὰ χελιδόνια. Τοὺς εἶπε πὼς ἔρχονται ἀπὸ τοὺς ζεστοὺς τὸπους, ἀπὸ τὴν Ἀφρική. Ἐταξίδευσαν πολλὲς ἡμέρες, ἐπέρασαν ἀπὸ θάλασσες γιὰ νὰ μᾶς ἔλθουν.

Τοὺς εἶπε καὶ πόσο ὠφέλιμα μᾶς εἶναι. Πὼς τρώγουν χιλιάδες χιλιάδων κουνούπια καὶ μυῖγες καὶ μᾶς  γλυτώνουν ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμερὰ ἔντομα.

Ὕστερα τοὺς εἶπε πὼς τὰ χελιδόνια φέρνουν τὴν ἄνοιξι, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας, τὴν Ἐθνικὴ ἑορτή, τὴ Λαμπρὴ μὲ τὰ κόκκινα αὐγά, τὴν ὑγεία καὶ τὴ χαρά.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955

poylion sinaksi

Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη «καλησπέρα»
ὁ παπαγάλος εἶπε ξαφνικά:
- Εἶμαι σοφὸς, γνωρίζω ἑλληνικά,
τί κάθομαι δῶ πέρα!


Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖ
καὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει
γιὰ νὰ τοὺς πῆ μιὰ γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
καὶ τοὺς λέει: «Καλησπέρα!»

Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τί διαβασμένος, λένε, παπαγάλος!
Θάναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος,
ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!
- Κὺρ παπαγάλε, θάχωμε τὴν τύχη,
ν’ ἀκούσωμε τί λὲς καὶ παραπέρα;

- Ὁ παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μὰ τί νὰ πῆ; ξανάπε: «Καλησπέρα!»

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

 

xelidonia girizounἩ ῾Ελενίτσα ἔπαιζε στὸ περιβὸλι. ῾Η μαρτιάτικη βροχὴ τὸ εἶχε πλύνει τὸ βράδυ καὶ τὰ δέντρα ἦταν τώρα μιὰ χαρὰ νὰ τὰ βλέπης. Μικρὰ φυλλαράκια ἄρχιζαν κιόλας νὰ σκεπάζουν τὰ γυμνά τους κλαδιά. Μιὰ μυγδαλιὰ γεμάτη ἄσπρα  λουλουδάκια καμάρωνε στολισμένη σὰ νυφούλα κι ἡ Ἑλενίτσα δὲ χόρταινε νὰ τὴν κοιτάζη.

Ἔξαφνα εἶδε νὰ περνᾶ ἐπάνω ἀπὸ τὸ περιβόλι ἕνα ὁλόκληρο κοπάδι ἀπὸ πουλιά.

- Τὰ χελιδόνια! ῎Ερχονται τὰ χελιδὸνια! Φώναξε καὶ χτυποῦσε τὰ χέρια της μὲ χαρά.

Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ σταμάτησε τὸ δρόμο του κι ἄρχισε νὰ φτερουγίζη ἐκεῖ κοντά της.

- Χελιδὸνι, χελιδονάκι, καλῶς μᾶς ἦρθες, τοῦ εἶπε ἡ Ἑλενίτσα. Κόπιασε, ἀγαπητέ μου ξενιτεμένε. Ἕλα νὰ μοῦ πῆς πῶς  τὰ πέρασες στὸ ταξίδι σου.

- Καλῶς σὲ βρῆκα, παιδάκι μου ἀγαπητό, ποὺ τόσην ἔννοια ἔχεις γιὰ μένα, τῆς ἀπαντᾶ τὸ χελιδόνι. Κι ἔφερε δυὸ  γύρους πετώντας ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφαλάκι της χαρούμενο.

- Ἔλα νὰ μοῦ πῆς, χελιδονάκι γιὰ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ποὺ ἔχεις ἰδεῖ. Γιὰ ἐκεῖνα τὰ μακρινὰ κι ὡραῖα μερη!

- Ἔρχομαι μαζὶ με τ’ ἄλλα χελιδόνια ἀπὸ μιὰ χώρα, ἀλὴθεια, πολὺ ὡραία. Ἀπὸ τὴ χώρα τῆς αἰώνιας ζέστης. Μήτε  βρέχει,ἐκεῖ, μήτε χιονίζει.

- Ἄχ! τί εὐτυχισμένα ποὺ θάσαστε ἐκεῖ πέρα!

xelidonia sminos

- Ὄχι, παιδάκι μου, δὲν εἴμαστε εὐτυχισμένα. Ἀναγκαστήκαμε νὰ πᾶμε, γιὰ νὰ ζεσταθοῦμε. Μὰ τίποτ’ ἄλλο δὲ μᾶς  τραβᾶ κατὰ κεῖ.

- Τίποτε; Μὰ ἀφοῦ δὲ χειμωνιάζει σ’ ἐκείνη τὴ χώρα, ὁ οὐρανὸς θάναι φωτεινὸς κι ὁ κάμπος πάντα πράσινος.

- Ναί, εἶν’ ὄμορφα, μὰ γιὰ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν γεννηθῆ ἐκεῖ. Ἐμεῖς γεννηθήκαμε ἐδῶ πέρα. Ἐδῶ εἶναι ἡ δικιά μας  πατρίδα.

- Κι ἐγὼ γεννήθηκα ἐδῶ, χελιδονάκι μου, μὰ θάθελα πολὺ νὰ φύγω καὶ νὰ πάω στὶς μεγάλες πολιτεῖες, ποὺ ἔχουν  παλάτια καὶ μαγευτικὰ περιβὸλια, ποὺ ἔχουν ποτάμια καὶ λίμνες κι ὅλου τοῦ κόσμου τ’ ἀγαθά.

- Ὅταν μεγαλώσης, θὰ πᾶς. Θὰ ἰδῆς τὰ παλάτια τους καὶ τὰ ποτάμια κι ὅλα τ’ ἀγαθὰ τους, μὰ ἀφοῦ τὰ ἰδῆς, θὰ ἐπιθυμήσης νὰ γυρίσης πάλι ἐδῶ, στὸ μικρό σου τὸ χωριό.

Ἡ Ἑλενίτσα ἔμεινε λίγο σκεπτική, σὰ νὰ μὴν καταλάβαινε καλὰ αὐτὰ ποὺ της ἔλεγε τὸ μικρὸ χελιδονάκι καὶ ξαναρώτησε:

- Γιατί θὰ τὸ ἐπιθυμήσω, ἀφοῦ ἐκεῖ θάναι τὸσο πιὸ ὡραῖα;

- Γιατὶ τότε μόνο θὰ καταλάβης πόσο τ’ ἀγαπᾶς τὸ χωριό σου. Πές μου, εἶναι τίποτε καλύτερο στὸν κόσμο ἀπὸ τὴ  μάνα;

- Ὄχι, τίποτε δὲν εἶναι σὰν αὐτή! Πόσο τὴν ἀγαπῶ τὴ μανούλα μου!

- Λοιπόν, ὅταν βρεθῆς μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο σου, θὰ νιώσης ἐκεῖνο, ποὺ νιώθει κανείς, ὅταν φεύγη ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του.

- Μὰ εἶναι λοιπὸν τόσο γλυκειὰ ἡ πατρίδα; εἶπε τὸ κοριτσάκι.

- ᾽Εδῶ γεννήθηκαν οἱ παπποῦδες σου, ἐδῶ οἱ γονεῖς σου, ἐδῶ κι ἐσύ. Μὰ εὶσαι πολὺ μικρὴ ἀκόμη, γιὰ νὰ καταλάβης τί ἀξίζει αὐτὴ ἡ μεγάλη μας Μάνα. Κοίταξε ὅμως ἐμένα! Εἶμαι τρελὸ ἀπὸ τὴ χαρά μου, ποὺ ξαναγύρισα στὸν κόρφο της.
Θὰ πάω νὰ κουβεντιάσω μὲ τὸ φίλο μου τὸ γέρο πλάτανο. Θὰ ξαναπιῶ δροσερὸ νεράκι ἀπ’ τὴν πηγή. Θὰ πετάξω ψηλά, στὸ παλιὸ καμπαναριό, γιὰ ν’ άγναντέψω ἀπὸ μακριὰ τὸ λιμανάκι μας μὲ τὶς βαρκοῦλες. Κι ὕστερα θὰ ψάξω νὰ βρῶ τὴν περσινή μου τὴ φωλιά. Θάναι χαλασμένη ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὶς βροχές, μὰ μὲ πόση χαρὰ θὰ τὴν ξαναχτίσω! Χαῖρε γιὰ τὴν ὥρα, καλό μου κοριτσάκι. Ἔχω τὸσα νὰ ἰδῶ καὶ νὰ κάνω!

Αὐτὰ εἶπε τὸ χελιδόνι καὶ πέταξε μακριά. Ἡ Ἑλενίτσα τὸ παρακολουθοῦσε μὲ τὰ μάτια της, ὥσπου χάθηκε.

- Ἄχ! φώναξε τότε. Γιατί νὰ μὴν τοῦ πῶ νάρθη να χτίση τὴ φωλιά του ἔξω ἀπὸ το παράθυρό μου; Ἔτσι θα τόβλεπα και θα τάκουγα ὅσο θὰ βρίσκεται στὴ γλυκιά μας τὴν πατρίδα!

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948