Κωνσταντίνος Τριτάρης
Πρέσβης

Α. Εισαγωγή

Η Ελβετία αποτελεί ορόσημο στην σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια και στην ανάδειξη και εδραίωση της διπλωματικής ευφυΐαςκαι φήμης του σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, που τον οδήγησε στο ύπατοαξίωμα του Υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου και στην εκλογή τουως Κυβερνήτη της  Ελλάδας.

Η μακρά διαμονή του Καποδίστρια στην Ελβετία έλαβε χώρα σε δύο περιόδους:

• Η πρώτη από τον Νοέμβριο του 1813 έως τον Οκτώβριο του 1814,όταν σε αναγνώριση της αξίας του και των ως τότε λαμπρών υπηρεσιών του επιφορτίσθηκε προσωπικά από τον Ρώσο ΑυτοκράτοραΑλέξανδρο τον 1ο με τη δυσχερέστατη αποστολή να χειρισθεί ως εκπρόσωπος της Ρωσίας το οξύ Ελβετικό ζήτημα, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβαλε – παρά τις αντιδράσεις της Αγγλίας,  Αυστρίαςκαι Πρωσσίας – αποφασιστικά στην εσωτερική ειρήνευση της τότεταραγμένης αυτής  χώρας και στην εξασφάλιση της εδαφικής της ακεραιότητας και λίγο αργότερα στην διεθνή  αναγνώριση της ουδετερότητάς της. Άμεση συνέπεια της επιτυχίας της αποστολής του στην Ελβετίαήταν να συμπεριληφθεί στην ρωσική αντιπροσωπεία για ο Συνέδριο της Βιέννης, (1814-1815) και αργότερα στο Παρίσι και να διαδραματίσει πλέον πρωτεύοντα ρόλο στο ευρωπαϊκό διπλωματικό στερέωμα.

• Η δεύτερη περίοδος παραμονής του στην Ελβετία από το 1822 έως το 1827 οριοθετείται από την υποβολή της παραίτησής του ως Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας μέχρι την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδας.

Παρά την επιθυμία του να επιστρέψει στην Κέρκυρα και στην οικογένειά του που δεν κατέστη δυνατή λόγω της δι’ευνόητους λόγους,επίσημης αντίδρασης της αγγλικής Κυβέρνησης, η οποία είχε επιτύχειτην κυριαρχία της επί των Ιονίων Νήσων κατά το Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας, με τη σύμφωνη γνώμη του Τσάρου, εγκαθίσταται στην Γενεύη, την δεύτερη πατρίδα του, όπως την χαρακτηρίζει η ελβετική βιβλιογραφία «διάγων βίον άκρας λιτότητος», από όπου όμως δενέπαυσε να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα του Έθνους.

Β. Η Διπλωματική αποστολή στην Ελβετία (1813-1814)

Η πρώτη περίοδος της παραμονής του Καποδίστρια στην Ελβετίαείναι η πλέον σημαντική, διότι η επιτυχής εμπλοκή του στην διευθέτηση του, ακανθώδους, για τις τότε ευρωπαϊκές ισορροπίες, προβλήματος ουσιαστικά αποτελεί το όχημα για την περαιτέρω θεαματική πορεία του.

Κύριοι στόχοι της αποστολής του ήταν: 1ον η απόσπαση της Ελβετίας από την γαλλική κηδεμονία, 2ον η αποκατάσταση της ενότητας και ειρήνευσης της χώρας και 3ον η θέσπιση νέου ομοσπονδιακού καταστατικού χάρτη.

Η Ένωση των Ελβετικών κρατιδίων, ως γνωστόν, είχε περιέλθειυπό γαλλική επιρροή ήδη από το 1789, τα γαλλικά στρατεύματα προέλασαν επί ελβετικού εδάφους το 1798 και ο Βοναπάρτης προσάρτησε τη Γενεύη, την Βασιλεία και το Vaud. Το 1802 αποχώρησαν τα γαλλικάστρατεύματα και ο Ναπολέοντας προέβη σε νέα διευθέτηση των ελβετικών πραγμάτων, με την προσθήκη έξι καντονίων στα δεκατρία που υφίσταντο, στην ανασύσταση της Δίαιτας (Συνέλευση των αντιπροσώπων των καντονίων) και στην ανακήρυξη της ελβετικής ουδετερότητας, διακήρυξη όμως που δεν εμπόδισε την Δίαιτα να υπογράψει το 1803 συμφωνία με την Γαλλία, που υποχρέωνε την Ελβετία να προσφέρει σημαντική στρατιωτική ενίσχυση στον γαλλικό στρατό.

Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε επί μια 10ετία, ουσιαστικά όμωςανετράπη μετά την μάχη της Λειψίας και τα νέα δεδομένα που δημιούργησε και την συνακόλουθη επιδείνωση της εσωτερικής κατάστασης στην Ελβετία, που κινδύνευε πλέον με πλήρη διάσπαση.

Ο Καποδίστριας την εποχή εκείνη υπηρετούσε στο διπλωματικόγραφείο του στρατηγού Μπαρκλέϋ ντέ Τόλλυ και ο Τσάρος Αλέξανδρος 1ος τον είχε ήδη ξεχωρίσει για την διπλωματική του ευφυΐα και ικανότητα από την ανάμειξη του στις παραδουνάβιες περιοχές, αλλά και για τις φιλελεύθερες ιδέες του.
Όταν λοιπόν ο Αλέξανδρος και ο Φραγκίσκος συμφώνησαν να στείλουν μυστικούς απεσταλμένους στην Ελβετία, ο μεν αυστριακός αυτοκράτορας επέλεξε τον βαρόνο Lebzeltern, σύνδεσμό του στο ρωσικό στρατηγείο, ο δε τσάρος τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έτσι τον Οκτώβριοτου 1813 καλείται σε ακρόαση στην Φραγκφούρτη από τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο.

Ιδού, πως περιγράφει ο ίδιος ο Καποδίστριας στο υπόμνημά τουπρος τον Τσάρο Νικόλαο στα τέλη του 1826, υπό τον τίτλο «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822»,
την συνάντηση αυτή:

«... την ορισθείσαν ώραν μετέβην εις το μέγαρον όπου κατοικεί οΑυτοκράτωρ. Μετά τινάς στιγμάς αναμονής εισήχθην εις το γραφείον της Αυτού Μεγαλειότητος. Ο Αυτοκράτωρ ήτο μόνος και με εδέχθη μετά τόσης ευμενείας, ώστε, αν και ήτο η πρώτη φορά καθ’ήν τον επλησίαζον ίνα λάβων απ’ευθείας τας διαταγάς του , ουδεμίαν ησθάνθην συστολή. Η Α. Μ. μοι είπεν, ότι έστρεψε το βλέμμα προς εμέ όπως μοι εμπιστευθεί μεγάλης σπουδαιότητος εντολήν, ην με εθεώρει ικανόν να φέρω εις πέρας. .... Διηνύσατε έντιμον στάδιον εν την ημετέρα πατρίδι, είμαι δε λίαν ευχαριστημένος εκ της ευθυκρισίας και του ζήλου, μεθ’ων ειργάσθητε.... Αί αρχαί σας και τα αισθήματα σας μοι είναι γνωστά. Αγαπάτε τας δημοκρατίας και εγώ επίσης τας αγαπώ. Πρόκειται νυννα σώσωμεν μίαν εξ αυτών ην ο Γαλλικός δεσποτισμός υπεδούλωσε και εις ην επιφυλάττει βραδύτερον την τύχην των ελευθέρων γερμανικών πόλεων, της Γενεύης ή της Βενετίας. Πρόκειται περί της Ελβετίας.»

Ακολούθησαν οι σκέψεις και οι λεπτομερείς οδηγίες του αυτοκράτορα:

«...Πριν η διαβούν τον Ρήνον μετά των στρατευμάτων των οι σύμμαχοι ηγεμόνες πρέπει να βεβαιωθούν περί των διαθέσεων του χρηστού και του πολεμικού τούτου έθνους, να βοηθήσουν αυτό προς ανάκτησιν της αυθυπαρξίας του και να καταστήσουν αυτό ικανόν όπωςσυνεργασθή μεθ’ημών, ως έπραξαν ήδη οι ηγεμόνες του γερμανικού συνδέσμου, εις το μέγα έργον της ανορθώσεως του ευρωπαϊκού συστήματος. Να αποδοθή εις έκαστον έθνος η πλήρης και απόλυτος χρήσιςτων δικαίων και θεσμών αυτού, να τεθούν πάντα και ημείς αυτοί υπότην προστασίαν γενικής συμμαχίας, να εξασφαλίσωμεν εαυτούς και να προφυλάξωμεν τα έθνη από της φιλοδοξίας των κατακτητών, - ιδού αι βάσεις εφ’ων ελπίζομεν με την βοήθειαν του Θεού να στηρίξωμεν το νέον τούτο σύστημα.»

«Η αριστοκρατία της Βέρνης», παρατηρούσε ο Αλέξανδρος, «καιυπό την επίδρασιν της οι μεγαλοαστοί των άλλων καντονίων επιμόνως ηρνήθησαν να κάμουν την ελαχίστην εκουσίαν υποχώρησιν εις τας ανάγκας της εποχής και εις τας κοινωνικάς προόδους του ελβετικούέθνους. Τοιουτοτρόπως, το επαναστατικόν κόμμα όπερ η Γαλλία προσεπάθησε να σχηματίση εις τα μέρη τα εξαρτώμενα εκ των μεγάλων καντονίων υπερίσχυσεν, ο δε γαλλικός στρατός ευκόλως έγινε κύριος της Ελβετίας, και, όπερ σπουδαιότερον, των θησαυρών της Βέρνης».

Και ο τσάρος κατέληγε: «Μετά τας μακράς συμφοράς, ας υπέστη η χώρα η συνθήκη διαιτησίας, ην επέβαλεν ο Βοναπάρτης, επανέφερε την ειρήνην και υπήρξεν αληθής ευεργεσία. Εάν η συνθήκη αυτή είχεν πηγήν αγνοτέραν, εάν η Δύναμις, ήτις την επέβαλεν, ηδύνατο να εμπνεύση εμπιστοσύνην, οι Ελβετοί θα είχον μέγα άδικον να επιθυμούν την επάνοδον εις το παρελθόν ως και τας επικινδύνους περιπέτειας νέας πολιτικής οργανώσεως. Αλλ’ οπωσδήποτε και αν έχη τομέγα τούτο ζήτημα, η λύσις του δεν ανήκει εις ημάς και δια τούτο αι σύμμαχοι Δυνάμεις πρέπει να σεβασθούν και να καταστήσουν σεβαστήν την νύν εν τω εσωτερικώ της Ελβετίας υφιστάμενην κατάστασιν. Ορμώμενοι από της αρχής ταύτης, ήτις επεκράτησεν οριστικώς μεταξύτων συμμάχων και εμού, επιθυμούμεν να διαφωτίσωμεν τους ιθύνοντας τα της Ελβετίας περί των πραγματικών συμφερόντων της πατρίδος των και να τους πείσωμεν βαθμηδόν να ταχθούν μεθ’ημών. Αλλάπρος επιτυχίαν τούτου, πρέπει κατ’αρχάς να περιορισθώμεν εις το να ζητήσωμεν πραγματικήν ουδετερότητα κατά τον παρόντα πόλεμον. Τοιούτον είναι το αντικείμενον της αποστολής υμών».

Οι δύο απεσταλμένοι έφυγαν από την Φραγκφούρτη με διαβατήριαπου τους εμφάνιζαν σαν εμπόρους με τα ψευδώνυμα Leipold και Conti και κάτω από τις αντίξοες συνθήκες έφτασαν στο Schaffhausen στις 15 Νοεμβρίου 1813 και στις 21 το βράδυ στην Ζυρίχη, όπου η Δίαιτασυνεδρίαζε εκτάκτως για να λάβει μέτρα περιφρούρησης της ουδετερότητας του εδάφους της Ελβετικής Ομοσπονδίας. Ακολούθησαν πυρετώδεις διαβουλεύσεις των δύο διπλωματών (των οποίων την πραγματική ταυτότητα είχε εν τω μεταξεί αποκαλύψει η Allgemeine Zeitung)με την ελβετική ηγεσία, προκειμένου να την πείσουν να αποδεσμευτεί από την γαλλική επιρροή.

«Ενώ ησχολούμεθα εις τούτο, αναφέρει ο Καποδίστριας, δύο απρόοπτα συμβάντα παρενέβησαν και παρεκώλυσαν τας προσπάθειας μας».

Τα συμβάντα ήταν αφ’ενός η επιστροφή της Βέρνης που διαδραμάτιζε κομβικό ρόλο στα ελβετικά πράγματα, λόγω της δεσπόζουσας θέσης της, της οικονομικής και στρατιωτικής της ισχύος και της μονολιθικής αριστοκρατίας που την διοικούσε, στις παλιές της θέσεις (μηαναγνώριση του Vaud και του Aargau ως ανεξάρτητων κρατιδίων) και αφ’ετέρου η κίνηση των αυστριακών στρατευμάτων να εισέλθουν στο ελβετικό έδαφος.

Ο αυστριακός Καγκελάριος Metternich έστειλε στον Lebzeltern το κείμενο της διακοίνωσης, που οι δύο διπλωμάτες θα έπρεπε να επιδώσουν στο πρόεδρο της Ομοσπονδίας von Reinhardt, Δήμαρχο της Ζυρίχης.

Ο Metternich έγραφε ότι ο τσάρος είχε δώσει συναίνεση για τηνεισβολή, χωρίς όμως να αποστείλει αντίγραφο της συναίνεσης.

Ο Γρηγόριος Δαφνής περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, τουςδιπλωματικούς χειρισμούς του Καποδίστρια, αλλά και την ευφυή ανάλυση της κατάστασης και την ακλόνητη επιχειρηματολογία του:

Ο Lebzeltern πήρε το κείμενο της διακοινώσεως τα ξημερώματα της20 Δεκεμβρίου 1813, μαζί με διαταγή του Metternich να την επιδώσει αμέσως, αφού προηγουμένως θα την υπόγραφε και ο Καποδίστριας. Δε δίστασε να ξυπνήσει το Ρώσο συνάδελφό του. Ο Καποδίστριαςδιάβασε τα έγγραφα που του έδωσε ο βαρώνος και μόλις διαπίστωσε ότι δεν συνοδεύονταν από οδηγίες του Ρώσου αυτοκράτορα γι’αυτόν, φώναξε: «Να υπογράψω αυτό; Ποτέ. Μπορώ να αγνοήσω ότι οαυτοκράτορας, ο κύριός μου, είναι αντίθετος στο πέρασμα και όλες τις συνέπειές του; Υπάρχει έστω και ένας Ρώσος στρατιωτικός στη στρατιά σας; Το καθήκον και η τιμή μου μου απαγορεύουν να υπογράψω. Και δεν καταλαβαίνω πως ο κόμης Metternich, στις οδηγίες του, ορίζει τι θα κάμω, χωρίς, το λιγότερο, να φροντίσει να πάρει μια λέξη από την κυβέρνησή μου».

Ο Lebzeltern, που τον είδε πολύ θυμωμένο, επιχείρησε να τον καθησυχάσει: «Έχετε δίκιο», του είπε, «αλλ’αν γίνει φανερή η διαφωνία μας, τότε καταστρέφονται όλα όσα ως τώρα έχουμε πετύχει. Η ελβετική ενότητα θα πάψει να υπάρχει, οι φατρίες θ’αρχίσουν το αλληλοφάγωμα, η συνταγματική αναδιοργάνωση της χώρας δε θα πραγματοποιηθεί. Συγχρόνως, θα βλάψετε τη μεγάλη υπόθεση που υπηρετούμε και οι δύο. Ανήκει σε σας να ζυγίσετε τις γενικές αυτές απόψεις, όσοκαι τις προσωπικές.»

Ο Καποδίστριας ζήτησε να σκεφτεί. Έμεινε μόνος μία ώρα καικατόπιν υπόγραψε. Αμέσως έπειτα έφυγε για το στρατηγείο του Αλέξανδρου, που είχε μεταφερθεί στο Freiburg im Breisgau, πρωτεύουσα της Βάδης. Ο τσάρος τον δέχτηκε με έκπληξη και του είπε: «Ελπίζω πως δεν υπογράψατε την αυστριακή διακοίνωση».

«Αντίθετα», του απάντησε ο Καποδίστριας, «την υπέγραψα καιέρχομαι να σας αναφέρω τα πλεονεκτήματα που η Ελβετία και η ευρωπαϊκή υπόθεση μπορούν να κερδίσουν από την απροσδόκητη αυτή εμπλοκή». Και του εξήγησε ότι υπόγραψε τη διακοίνωση του Metternichγιατί τα γεγονότα της Βέρνης, που τα είχε προκαλέσει ο μυστικός πράκτορας της Αυστρίας κόμης Senfft von Pilsach θα οδηγούσαν σε διχασμό τους Ελβετούς. Όσοι ήταν αντίθετοι προς την αποκατάσταση του παλιού καθεστώτος, που η ολιγαρχία της Βέρνης επιζητούσε, θα συνεργάζονταν ανοικτά με το Ναπολέοντα, όταν μάλιστα θα διαπίστωναν και διαφωνία των συμμάχων. «Υπογράφοντας και φεύγοντας, για να έρθω εδώ και να πάρω τις διαταγές σας, άφησα τιςφατρίες σε αδυναμία να κάμουν οτιδήποτε». Τώρα, συνέχισε, μπορείτε να ζητήσετε από τους Αυστριακούς να αποκηρύξουν το Senfft και, αν αρνηθούν, να μην επικυρώσετε την υπογραφή μου στη διακοίνωση.Οι Αυστριακοί όμως δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ως επίσημη την αποστολή του πράκτορά τους και θα δεχτούν. Εξάλλου, ο αυστριακός στρατός μπήκε ήδη στην Ελβετία».

Η προώθηση του ρωσικού στρατηγείου στο Freiburg αποτελούσεγια τον Καποδίστρια ένδειξη, ότι ο Αλέξανδρος δεν έβλεπε δυσάρεστα την είσοδο των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ελβετία, αρκείνα φαινόταν ότι έγινε αντίθετα προς τη θέλησή του, ώστε να αξιώσει, ως αντάλλαγμα, από το Metternich, να εγκαταλείψει το σχέδιο για την εγκαθίδρυση φιλοαυστριακού καθεστώτος. Γι’ αυτό και ενέκρινε χωρίς δυσκολία την ενέργεια του Καποδίστρια και συμφώνησε ναζητηθεί η αποκήρυξη του Senfft, που την έκαμαν οι Αυστριακοί. Έτσι, η ρωσική πολιτική σημείωσε επιτυχία, παρουσιάζοντας τους Αυστριακούς ως υποκινητές του αντιδραστικού πραξικοπήματος της Βέρνηςκαι ως υπεύθυνους για την εισβολή. Η επιτυχία αυτή που πραγματοποίησε ένας διπλωμάτης, «ανώριμος» κατά τον Αλέξανδρο, ήταν κάτι περισσότερο από σημαντική. Γι’ αυτό και ο τσάρος, όταν ο Καποδίστριας τον αποχαιρετούσε, επιστρέφοντας στη Ζυρίχη, του είπε: «Τησταδιοδρομία σας δέ θα την κάμετε στην Ελβετία».

Ο δρόμος προς την Αγία Πετρούπολη είχε ανοίξει για τον Κερκυραίο διπλωμάτη.

Δεν προτίθεμαι, Κυρίες και Κύριοι, να σας καταπονήσω με περαιτέρω λεπτομερή περιγραφή της εμπλοκής Καποδίστρια στα ελβετικά πράγματα, εμπλοκή που η ελληνική και η ελβετική ιστοριογραφία έχουν επαρκώς καταγράψει και αναλύσει.

Θα επιχειρήσω μια συνοπτική αναφορά στις προσπάθειες τουΚαποδίστρια κατά το κρίσιμο έτος 1814 για την συμφιλίωση των Ελβετών και την αναδιοργάνωση της χώρας. Βασικό εγχείρημα τωνδύο απεσταλμένων, μετά τους επιτυχείς χειρισμούς, στο ζήτημα της διέλευσης του συμμαχικού στρατού μέσα από το ελβετικό έδαφος, ήτανη εκπόνηση Ομοσπονδιακού Συντάγματος. Η σύγκλιση της Δίαιτας, με την εκπροσώπηση και των 19 καντονίων συνάντησε μεγάλα εμπόδια, με κίνδυνο, την διάσπαση και τον εμφύλιο πόλεμο. Με επιτυχείς χειρισμούς, ο Καποδίστριας, που είχε εν τω μεταξύ διορισθεί από τον τσάρο Πρεσβευτής – Πληρεξούσιος – Υπουργός της Ρωσίας στην Ελβετική Ομοσπονδία και παρά την υπονομευτική πολιτική της Αυστρίας, που επεδίωκε μονομερή παρασκηνιακή διαχείριση των ελβετικών ζητημάτων, συνέβαλε στην ολοκλήρωση της συνακτικής εργασίας της Δίαιτας και στην συγκρότηση της νέας Ελβετικής Συνομοσπονδίας.Παράλληλα συγκροτήθηκε και η ελβετική εκπροσώπηση στο Συνέδριοτης Βιέννης.

Ο Καποδίστριας έφθασε στην Βιέννη τον Οκτώβριο του 1814, ενώ η διακήρυξη για την διευθέτηση των ελβετικών υποθέσεων υπεγράφη στις 20 Μαρτίου 1815.

Η διακήρυξη προέβλεπε, μεταξύ άλλων:
• Διαρκή ουδετερότητα και ανεξαρτησία της Ελβετίας.
• Χαλαρή Συνομοσπονδία με κεντρική κυβέρνηση περιορισμένωνεξουσιών και αρμοδιοτήτων και κατάργηση της θέσης του Προέδρου και με 22 καντόνια, συμπεριλαμβανομένων των τριών νέων:Γενεύης, Valais και Neuchatel.

Σημειωτέον ότι την συμμετοχή της Γενεύης εξασφάλισε ο Καποδίστριας, υποστηρίζοντας ότι η πόλη του Καλβίνου θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για την Συνομοσπονδία, λόγω των προνομιακών της σχέσεων με την Αγγλία.

Η διακήρυξη έγινε αποδεκτή από την Ελβετική Δίαιτα στις 27 Μαΐου και έτσι πραγματοποιήθηκαν τα όνειρα των Ελβετών και του Καποδίστρια για την ακεραιότητα, ανεξαρτησία και εγγυημένηδιαρκή ουδετερότητα της Ελβετίας, προς διασφάλιση των γενικότερων ευρωπαϊκών συμφερόντων.

Γ. Διαμονή στην Γενεύη (1822-1827)

Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης έφερε σε δυσχερή θέση τονΚαποδίστρια και επιδείνωσε τις σχέσεις του με τον Τσάρο Αλέξανδρο 1ο, ο οποίος τελούσε τότε υπό την επιρροή του Metternich κα της αυστριακής πολιτικής που αντιτίθετο στην ανεξαρτησία της Ελλάδοςκαι διακατεχόταν από φοβίες περί ανατροπής της Ιεράς Συμμαχίας. Ο υπουργός του επί των εξωτερικών ευρέθη προ του διλήμματος ή να υποστηρίξει την επίσημη ρωσική πολιτική και να προδώσει τον αγώνατων συμπατριωτών του ή να παραιτηθεί. Αφού κατέβαλε ύστατη προσπάθεια να μεταπείσει τον τσάρο προκειμένου να επιδείξει πολιτική δυνάμεως έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και απέτυχε, προτίμησε τον Αύγουστο του 1822 να υποβάλει παραίτηση και να εγκατασταθεί στην Γενεύη.

Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό Υπόμνημά τουπρος τον Τσάρο Νικόλαο, την σκηνή του αποχαιρετισμού του με τον Αλέξανδρο:

«Η Αυτού Μεγαλειότης, αποχαιρετώσα με, με ενηγκαλίσθη: θασυναντηθώμεν και πάλιν, μοι είπεν, ή τουλάχιστον θα μοι δίδετε ειδήσεις σας. Εστέ βέβαιος ότι τα προς υμάς αισθήματα Μου δεν θα μεταβληθούν ποτέ.»

Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την παραμονή του στην Γενεύη τελούσε «εν απεριορίστω αδεία» διατηρώντας τον τίτλο και τον μισθό του Υπουργού, αφού η παραίτησή του από την ρωσική διπλωματική υπηρεσία έγινε δεκτή από τον Τσάρο Νικόλαο 1ο, μόνον την 1η Ιουλίου 1827.

Αν και όπως ανέφερα στην εισαγωγή του παρόντος, η επιθυμίατου Καποδίστρια ήταν να επιστρέψει στην Κέρκυρα, εν τούτοις η επίσημη αντίδραση της Αγγλίας στην παρουσία του στα Ιόνια Νησιά,με τον φόβο ότι, ως εκπρόσωπος της ορθόδοξης Ρωσίας θα ξεσήκωνε τους κατοίκους των νησιών να συμπαραταχθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, τον οδήγησε τελικά στην Γενεύη, της οποίας είχε ήδη από το 1816 ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης (citoyen d’Honneur) για τηνανεκτίμητη συμβολή του στην ενσωμάτωση της πόλης στην Ελβετική Συνομοσπονδία.

Είναι χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, τα λόγια του Metternichπρος τον άγγλο Διοικητή των Ιονίων Νήσων που τον συνάντησε στην Βιέννη, τον Αύγουστο του 1822: «Λοιπόν, στρατηγέ μου, η αρχή τουκακού εξερριζώθη ο κόμης Καποδίστριας ετάφη δια το υπόλοιπον της ζωής του. Θα ζήσετε ησύχως εν Επτανήσω και η Ευρώπη, θα έχει απαλλαγεί των μεγάλων κινδύνων δι’ων την ηπείλει η επιρροή του ανδρός τούτου.»

Στα χρόνια 1822-1827 συντόνιζε την δράση των φιλελληνικών οργανώσεων, σε στενή συνεργασία με την ψυχή του φιλελληνικού κινήματος στην Ελβετία του Jean – Gabriel Eynard. Ενθάρρυνε τις προσπάθειες ευρωπαίων πολιτικών υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης, αν καιοι προσωπικές του ενέργειες, καλυπτόμενες αναγκαστικά από πέπλο μυστικότητας, δεν είναι γνωστές.

Οι συχνές επισκέψεις του, κατά την περίοδο αυτή, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και οι υψηλού επιπέδου επαφές του, συνέβαλαν στην προώθηση των δικαίων του αγώνα και τον κρατούσαν ενήμερο των προθέσεων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Το πόσο καλά πληροφορημένος ήταν φαίνεται και από την επιστολή που έστειλε από το Παρίσι στον Eynard, από 8 Απριλίου 1827, στην οποία του ανήγγειλε την σύμπραξη Αγγλίας – Γαλλίας – Ρωσίας για την ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος, τρεις δηλαδή μήνες πριν από την υπογραφή της συνθήκης της 6ης Ιουλίου 1827.

Τα ισχυρά φιλελληνικά αισθήματα, που διαπερνούν μέχρι των ημερών μας το κορμό του ελβετικού λαού, ανεξάρτητα από την γλωσσική ή θρησκευτική ιδιαιτερότητα, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στον ρόλο που διαδραμάτισε ο μεγάλος Έλληνας στην οικοδόμηση της ενότηταςτης αλπικής χώρας, στις σχέσεις που καλλιέργησε με σημαντικές προσωπικότητες κατά την πολύχρονη παραμονή του και στην αναγνώριση από ελβετικής πλευράς ότι πέραν της ψυχρής διπλωματικής προσέγγισης και της προσήλωσης στις οδηγίες που ακολουθούσε και τα συμφέροντα που εξυπηρετούσε, η αποστολή του στην Ελβετία ενείχε και το στοιχείο του άδολου συναισθηματισμού, όπως αυτό γλαφυρά αποτυπώνεται στην επιστολή του προς τον πατέρα του στις 10 Σεπτεμβρίου 1814:

«Οι ελβετικές υποθέσεις τελείωσαν. Η Δίαιτα κατάρτισε επί τέλουςτο ομοσπονδιακό σύνταγμα. Και μια αντιπροσωπεία θα πάει στην Βιέννη, για να ζητήσει την επικύρωση του από τους συμμάχους ηγεμόνες, καθώς και να ξαναδοθούν στην Ελβετία οι επαρχίες που κατέχουνακόμα τα αυστριακά στρατεύματα. Η ολοκλήρωση μιας τόσο πολύπλοκης διαπραγματεύσεως μου στοίχισε πάμπολλα βάσανα και ταξίδια και γραψίματα και ομιλίες και συντάγματα και σχέδια, αλλά δενπειράζει. Αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι με γέμισαν με φιλία και αληθινή εγκαρδιότητα. Η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για τα βάσανά μου. Αν μπορέσουν μελλοντικά να είναι ευτυχισμένοι και να απολαύσουν την ανεξαρτησία τους θα πω ότι δεν έχασατον καιρό μου και τους κόπους μου.»

Η ιστορία δικαίωσε τον Καποδίστρια.

Δ. Επίλογος

Η Εμπλοκή του Καποδίστρια στο ελβετικό ζήτημα, προκάλεσε,ως ήταν φυσικό, το έντονο ενδιαφέρον των ιστορικών μελετητών της Ελβετίας και οι κρίσεις τους, βασισμένες στα διπλωματικά έγγραφα και κείμενα των πρωταγωνιστών της εποχής και κυρίως στις εμβριθείςεκθέσεις και αναλύσεις του ιδίου του Κερκυραίου διπλωμάτη, είναι ιδιαίτερα θετικές.

Διαπιστώνουμε – γράφει στην έξοχη ανάλυσή της η κα Bouvier –ότι διέθετε ιδιαίτερο πάθος για την αποστολή του. Επέδειξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του επιμονή, οξυδέρκεια, διορατικότητα καιεργατικότητα που δεν συναντάς συχνά σε ανάλογες περιπτώσεις. Ανάλωσε όλες τις δυνάμεις προκειμένου τα κρατίδια που αντιδρούσαν στην αποδυνάμωση των προνομίων τους , να αποδεχθούν ένα σύμφωνο Συνομοσπονδίας αποδεκτό από όλους».

Ο Καποδίστριας είναι ο μόνος από τους διπλωματικούς πληρεξουσίους που παρέμεινε στο πόστο του από τον Νοέμβριο του 1813 έως το Σεπτέμβριο του 1814 και η επιρροή που άσκησε στην ειρήνευση και στην συμφιλίωση της χώρας είναι αδιαμφισβήτητα η πλέον αποφασιστική. Η ελβετική ιστοριογραφία δεν φείδεται επαίνων και για την έντονη δραστηριότητα του Καποδίστρια υπέρ της Ελβετίας καθ’όλη την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης.

Ολοκληρώνοντας την εισήγησή μου, επιτρέψτε μου, Κυρίες καιΚύριοι, την καταγραφή και της προσωπικής μου εμπειρίας και μαρτυρίας από την διπλωματική μου σταδιοδρομία, κατά την οποία υπηρέτησα σε δύο περιόδους στην Ελβετική Συνομοσπονδία: στις αρχές τηςκαριέρας μου ως νέος Γραμματεύς Πρεσβείας και Πρόξενος και στην δύση της ως Πρέσβυς της Ελλάδος, που αποτελεί για μένα ιδιαίτερη τιμή και προνόμιο. Διεπίστωσα και εγώ τον ένθερμο φιλελληνισμό καιτην προσήλωση του ελβετικού λαού στην κλασσική παιδεία και τις αξίες της, που μεθοδικά καλλιέργησε κατά την εκεί παραμονή του ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Κλείνοντας θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό:

Το 2008 με τον συνάδελφό μου Πρέσβυ της Ρωσίας στην Βέρνηείχαμε την ιδέα της απόδοσης τιμής στον Καποδίστρια, με την τοποθέτηση προτομής του επί ελβετικού εδάφους.

Το Ελβετικό ΥΠΕΞ προσχώρησε με ενθουσιασμό στην ιδέα καιη πόλη της Λωζάννης, που είχε τιμήσει τον Καποδίστρια ήδη από το 1816, όταν και εκείνη τον ανέδειξε επίτιμο δημότη προσέφερε, με απόφαση του Π/Θ του καντονίου Vaud κ. Broulis, ελληνικής καταγωγής(και μάλιστα εκ Ναυπλίου) και του φιλέλληνα Δημάρχου, περίοπτη θέση για την τοποθέτηση της προτομής, που φιλοτέχνησε γνωστός ρώσος γλύπτης.

Η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής έλαβε χώρα στις21 Σεπτεμβρίου 2009, παρουσία της Ελβετίδας ΥΠΕΞ κας Michelin Calmin-Rey και του Ρώσου ΥΠΕΞ κ. Lavrof. Η επίσημη Ελλάδα ήταν
δυστυχώς απούσα, λόγω της τότε προεκλογικής περιόδου.Παραμένει όμως εκεί στις όχθες της λίμνης Leman ακοίμητος ο μεγάλος Έλληνας, ο υπουργός Εξωτερικών του τσάρου, ο ευφυής διπλωμάτης να υπενθυμίζει, στις νεότερες γενιές, ιδιαίτερα στους σημερινούςχαλεπούς καιρούς, ότι οι κυβερνήτες και οι διαχειριζόμενοι τα κοινά θα πρέπει να διαθέτουν αυταπάρνηση, προσήλωση στο καθήκον, εντιμότητα, ευπροσηγορία, λιτότητα βίου, πείρα, ικανότητες και κύρος, αξίεςκαι ιδανικά που υπηρέτησε πιστά καθ’όλη την διάρκεια του βίου του.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, Εισαγωγή, Μετάφρασις καιΣχόλια Μ. Λάσκαρι, Εκδόσεις Γαλαξία 1968, Εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ.
2. Παύλος Β. Πετρίδης, Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια, Εκδόσεις Συλλογή Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1988.
3. H. Kissinger, Grossmacht Diplomatie, 1962.
4. Henry Kissinger, DIPLOMACY, Simon and Schuster, New York 1994.
5. Γρηγορίου Δαφνή, Ι. Καποδίστριας : Η γένεση του Ελληνικού Κράτους, Ίκαρος, Αθήνα, 1976.
6. M. Bouvier, La Mission de Capodistrias en Suisse (1813-1814) Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια τόμ. Δ’ (1984).
7. William Martin, La Suisse et L’Europe 1813-1814, Γενεύη 1931.
8. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμ. ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1975.
9. Σπ. Β. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 1, Πάπυρος 1966.

Πηγή : Διημερίδα Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια , Ναύπλιο 25/26 Ιουνίου 2010