1. Δυὸ μεγάλοι Τοῦρκοι στρατηγοὶ μὲ πολυάριθμο στρατὸ μῆνες πολιορκοῦσαν τὸ Μεσολόγγι.

Μὰ ἡ ἱερὴ πόλη τῆς πατρίδας μας ἄντεχε. Οἱ ῞Ελληνες ἦταν παλικάρια, ὁ ἓνας καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλο.  Πολεμοῦσαν νύχτα μέρα μὲ μιὰ μόνο σκέψη, τὴν Πατρίδα μας. Οἱ γυναῖκες φρόντιζαν τοὺς λαβωμένους καὶ  τοὺς ἀρρώστους κι ἑτοίμαζαν ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά τους καὶ τοὺς ἄντρες τους. Πολλὲς κρατοῦσαν καὶ τουφέκι  στοὺς προμαχῶνες, γιὰ νὰ ξεκουράζουν τοὺς δικούς τους.

Τὰ παιδιὰ κουβαλοῦσαν νερὸ καὶ ψωμὶ στὸ κάστρο, ἔφτιαχναν φυσέκια μὲ χαρτὶ καὶ βοηθοῦσαν σὲ ὅ,τι μποροῦσαν. Κι ὅταν ἀπὸ τὸ πολὺ τὸ κανονίδι ἄνοιγε σὲ κάποιο μέρος τὸ κάστρο καὶ μποροῦσε ἀπὸ κεῖ νὰ  ὁρμήσουν οἱ Ἀρβανίτες μέσα, ἔτρεχαν γυναῖκες καὶ παιδιὰ καὶ κουβαλοῦσαν καλάμια καὶ ξύλα ἀπὸ τὰ  γκρεμισμένα σπίτια τους καὶ πέτρες καὶ πλίθρες κι ὅ,τι ἔβρισκε ὁ καθένας κι ἔκλειναν τὸ ἄνοιγμα. Καὶ πάλι ὅταν δὲν εἶχαν δουλειὰ τὰ παιδιά, μαζεύονταν σὲ κάποια ἐκεῖ ἁπλοχωριὰ κι ἔπαιζαν. Στὴ φωτιὰ καὶ στὸν πόλεμο  ποὺ ζοῦσαν, τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ πολέμου παιγνίδια ἔπαιζαν. Μάζευαν σφαῖρες μολυβένιες, σκόρπιες σ’ ὅλο τὸ Μεσολόγγι καὶ τὶς ἔλιωναν στὴ φωτιὰ καὶ τὶς ἔχυναν σὲ καλούπια χωματένια, καμωμένα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ παιδιὰ  πολὺ ἐπιδέξια.

῎Ετσι ἔκαναν μικρὰ κανονάκια μολυβένια, τὰ ἔστηναν ἐπάνω σὲ χωματένια κάστρα, ἀντίκρυ τόνα στ’ ἄλλο κι ἔπαιζαν ψευτοπόλεμο. Κι οἱ γέροι πολεμιστές, παλιοὶ ἀρματολοὶ καὶ κλέφτες, περνώντας ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ ἀληθινὸ τὸ κάστρο καὶ στὸν ἀληθινὸ τὸν πόλεμο, κοντόστεκαν λίγο, γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν παιδιάτικο πόλεμο
καὶ νὰ καμαρώσουν τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγονάκια τους - δικά τους ἢ ξένα. Καὶ τὰ ὁδηγοῦσαν καμιὰ φορὰ ἢ  ώναζαν σὲ ὅσους κόντευαν νὰ χάσουν τὸ παιγνίδι:

-᾽Εμπρὸς καὶ σᾶς πῆραν οἱ ἄλλοι ἀπὸ πέρα!

alis

2. Στὴν ἴδια ἐκεῖ ἁπλοχωριὰ ποὺ ἔπαιζαν τὰ παιδιά, εἶχε τὸ κατοικιό του κι ἕνας σκύλος, ἓνας μεγαλόσωμος  μαῦρος, μαλλιαρὸς μαντρόσκυλος, ποὺ τὸν φώναζαν Ἀλή. Ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, προπάντων οἱ μικροὶ, ποὺ τὸν εἶχαν καθημερινὴ συντροφιά, τὸν ἤξεραν τὸν Ἀλή.

Μὰ ὁ Ἀλὴς ἔγινε ξακουστὸς ἀπὸ τὴν ἀκόλουθη ἱστορία.

Ἕνα ἀπογευματάκι τὰ παιδιά, μαζεμένα στὸ συνηθισμένο τους μέρος, ἔπαιζαν ὅπως πάντα καὶ γέμιζαν τὸν ἀέρα  μὲ φωνὲς καὶ γέλια. ᾽Εκεῖ ποὺ ἔπαιζαν, νὰ κι ἔρχεται σφυρίζοντας καὶ πέφτει μιὰ σιδερόμπαλα κανονιοῦ στὴ μέση! ῏Ηταν μεγάλη σὰ μικροῦ παιδιοῦ κεφάλι κι ἀπὸ μιὰ τρύπα της πρόβαινε τὸ ἀναμμένο φυτίλι, ποὺ θὰ ἔδινε φωτιὰ  στὸ μπαρούτι μέσα καὶ θὰ ἔκανε τὴ σφαῖρα νὰ σκάση, νὰ σκορπιστῆ σὲ χίλια κομμάτια, σκορπίζοντας μαζὶ καὶ τὸ θάνατο.

Τὴν ἴδια στιγμή, πρὶν τὰ παιδιὰ προφτάσουν νὰ κινηθοῦν ἀπὸ τὸν τόπο τους, ὁ Ἀλὴς πετιέται ἐπάνω γαβγίζοντας καὶ μ’ ἕνα πήδημα ἁρπάζει τὴ μπάλα μὲ τὰ δόντια του. Μὰ ἡ μπάλα ἦταν μεγαλούτσικη καὶ τὰ δόντια τοῦ  σκύλου γλίστρησαν τρίζοντας ἐπάνω στὸ σίδερο καὶ καθὼς κλείστηκαν μὲ ὁρμὴ οἱ μασέλες του, βρέθηκε σφιχτὰ δαγκωμένο τὸ ἀναμμένο φυτίλι. Ὁ σκύλος τίναξε τὸ κεφάλι, καθὼς ἔνιωσε τὴ φωτιὰ στὸ στόμα του καὶ βγῆκε τὸ φυτίλι ἀπὸ τὴ θέση του. Ἔτσι δὲν πρόφτασε νὰ πάρη ἡ μπάλα φωτιά.

῾Ο Ἀλὴς ἔπειτα τὴ μύρισε μιὰ δυὸ φορές, κούνησε τὴν οὐρά του στὰ παιδιά, ποὺ τοῦ φώναζαν καὶ τὸν  χάιδευαν, γιατὶ τοὺς εἶχε σώσει, καὶ ξαναπῆγε καὶ κουλουριάστηκε στὴ θέση του.

Μέρες ἔπειτα εἶχε νὰ κάνη τὸ Μεσολόγγι μὲ τοῦ Ἀλῆ τὸ κατόρθωμα. Κι ὅταν ἀργότερα ἦρθαν οἱ κακὲς μέρες τῆς μεγάλης πείνας κι οἱ πολιορκημένοι ἔφαγαν ὅ,τι μποροῦσε νὰ φαγωθῆ, καὶ τὰ γατιὰ καὶ τὰ σκυλιά τους, τὸν Ἀλὴ ὄχι, δὲν τὸν πείραξε κανείς. ῎Εζησε μαζί τους καὶ γλίτωσε μαζὶ μὲ πολλὰ παιδιά, ὅταν μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι ἔγινε ἡ
ἀλησμόνητη ἔξοδος τοῦ Μεσολογγίου.

Πηγή : Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946