zaloggos

(23 Δεκεμβρίου 1803)

Τὴν 23ην Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1803 ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία ἔχει νὰ παρουσιάσῃ μοναδικὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον γεγονός.

Ἄγριος καὶ παγερὸς βορρᾶς μὲ ἄφθονον χιόνα ἐμάστιζε τὰ ἠπειρωτικὰ βουνά˙ ψυχὴ δὲν ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ τῆς θύρας. Καὶ ὅμως ὀλίγοι  ἀνδρεῖοι Σουλιῶται μὲ τὰς οἰκογενείας των ἐμάχοντο ἀπηλπισμένοι εἰς τὸ Ζάλογγον τῆς Ἠπείρου ἐναντίον τῶν στρατευμάτων τοῦ Ἀλῆ ὑπὲρ  τῆς ἐλευθερίας των. Φεύγοντες ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴν πατρίδα των, κατόπιν συνθήκης, δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἀσφαλισθοῦν εἰς ἔδαφος φιλικὸν καὶ  δολίως καταδιώκονται. Κλεισμένοι λοιπὸν εἰς τὴν ὁμώνυμον μονὴν τοῦ ἀποτόμου ἠπειρωτικοῦ ὄρους Ζαλόγγου προσπαθοῦν νὰ ἀντιστοῦν.  Ὀλίγοι μόνον ἐσώθησαν κατόπιν ἡρωϊκῆς ἐξόδου.

sinantisi thourios

Ποίαν βαθεῖαν ἐντύπωσιν ἔκαμνον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν τότε Ἑλλήνων τὰ ᾄσματα τοῦ Ρήγα καὶ τοῦ Κοραῆ, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν ἡμεῖς σήμερον. Ἀλλ’ ἀκούσατε ἓν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη τὸ 1817, τέσσαρα ἔτη  πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.

Εἷς νέος Ἕλλην συνοδευόμενος ἀπὸ ἕνα καλόγηρον ἐταξίδευε τότε εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἔφθασαν εἰς ἓν χωρίον καὶ  κατέλυσαν εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε καὶ ὡς πανδοχεῖον.

Ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ταξιδιώτας ἔκαμεν ὁ  ζυμωτή τοῦ ἀρτοποιοῦ. Ἦτο νέος ἀπὸ τὴν Ἤπειρον, μὲ ὑψηλὸν ἀνάστημα καὶ ὡραῖον πρόσωπον. Οἱ βραχίονές του καὶ τὸ γυμνὸν στῆθος του ἐδείκνυον σῶμα ἀθλητικόν. Ἀφοῦ  ἐκαιροφυλάκτησε κατάλληλον στιγμήν, ἐπλησίασε τὸν ὁδοιπόρον καὶ τὸν ἠρώτησε:

-Ξέρεις νὰ διαβάζῃς;

-Ναί, ἀπεκρίθη ὁ ταξιδιώτης.

-Ἔρχεσαι μαζί μου νὰ σοῦ εἰπῶ κάτι;

-Εὐχαρίστως, εἶπε μὲ περιέργειαν ὁ ταξιδιώτης.

Ὁ ζυμωτὴς τὸν ὡδήγησεν εἰς ἀπόκεντρον μέρος τοῦ κήπου, ὁ ὁποῖος ἦτο ὄπισθεν τοῦ ἀρτοποιείου. Ἐκεῖ ἐκάθισαν καὶ οἱ δύο ἐπάνω εἰς μίαν πέτραν κάτωθεν ἑνὸς μεγάλου καὶ πυκνοφύλλου δένδρου. Ὁ νέος ἐξήγαγε τότε ἀπὸ τὸν κόλπον του μικρὸν καὶ πεπαλαιωμένον φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἐκρέματο ἀπὸ τὸν τράχηλόν του μὲ λινὴν κλωστήν. Ἤτο τοῦ Ρήγα ὁ θούριος. Τὸν ἔδωσεν εἰς τὸν ξένον καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τὸν ἀπαγγείλῃ μεγαλοφώνως.

Ὁ ὁδοιπόρος ἤρχισε νὰ ἀπαγγέλλῃ μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον οἱ στίχοι τοῦ Ρήγα διήγειρον εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν. Μετ’ ὀλίγον ἔστρεψε τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸς τὸν νέον, ἀλλ’ ἔμεινεν ἔκπληκτος. Ὁ νέος  Ἠπειρώτης εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἐστέκετο ἐνώπιόν του ὡς ἄλλος ἄνθρωπος. Δὲν ἦτο πλέον ὁ ἁπλοϊκὸς ὑπηρέτης τοῦ  ἀρτοποιοῦ, ἀλλ’ εἶχε μεταμορφωθῆ εἰς ἥρωα. Τὸ πρόσωπόν του ἔλαμπεν, οἱ ὀφθαλμοί του ἐσπινθηροβόλουν, τὰ  χείλη του ἔτρεμον, δάκρυα θερμὰ ἔβρεχον τὰς παρειάς του.

-Πρώτην φορὰν ἀκούεις τοῦ Ρήγα τὸ τραγούδι; ἠρώτησεν ἔκπληκτος ὁ ταξιδιώτης.

-Ὄχι, ἀπεκρίθη ὁ νέος· κάθε φορὰν ποὺ περνοῦν ἀπ’ ἐδῶ ἄνθρωποι, ποὺ ξέρουν γράμματα, τοὺς παρακαλῶ καὶ μοῦ τὸ διαβάζουν. Τὸ ἔχω ἀκούσει πολλὲς φορές.

-Καὶ πάντοτε μὲ τὴν συγκίνησιν αὐτήν;

-Ναί, πάντοτε! Ἀπεκρίθη ὁ Ἠπειρώτης.

Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ


Ὤ παιδιά μου,
ὀρφανά μου,
σκορπισμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ,
διωγμένα,
ὑβρισμένα
ἀπ’ τὰ ἔθνη πανοικί!
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὣρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.


Ποὺ μὲ κόπους
κατὰ τόπους
τρέχετε μὲ μίαν τροφήν,
εἰς δεσπότας
κι ἰδιώτας,
δούλου δέχεσθε μορφήν.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός

Συναχθῆτε
νὰ ἰδῆτε
τὰς πληγάς μου ἐλεεινῶς,
πῶς τὸ αἷμα
τρέχει ρεῦμα
ἀπ’ τὰς φλέβας μου δεινῶς.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.


Τὴν στολήν μου
τὴν καλήν μου
ξεσχισμένην τὴν φορῶ.
Σφαλισμένην
καὶ δεμένην
μὲ ἁλύσους τὴν θωρῶ.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.


Δὲν βαστάζω,
ὅλο κράζω
θάνατόν μου τὸν πικρόν,
σὰν μ’ ἀφῆτε
κι ἀμελῆτε
σωτηρίας τὸν καιρόν.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι’ ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὀ Μυστικός.


Ρήγας Φεραῖος

Πηγή : Αναγνωστικό ΣΤ΄Δημοτικού 1943

solomos

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι,
ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
τῶν ῾Ελλήνων τὰ ἱερὰ
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὤ, χαῖρε, ᾽Ελευθεριά!

᾽Εκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
« ἔλα » πάλι νὰ σοῦ πῇ.

Ἄργειε νά ᾽ρθῃ ἐκείν’ ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ᾽σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σοῦ ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγῶντάς τα νὰ κλαῖς.

Κι ἀκαρτέρει κι ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
τό ᾽να ἐχτύπαε τ’ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

Κι ἔλεες : Πότε; ἄ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ’ ἐρμιές;
Κι ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές!

Τότ’ ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μέσ’ τὰ κλάμματα θολὸ
καὶ εἰς τὸ ροῦχό σου ἔσταζε αἷμα,
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφά,
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή·
δὲν εἶν’ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ

Ἄλλος σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
ἀλλ’ ἀνάσασι καμμιά·
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια,
καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

Ἄλλοι, ὠϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ποὺ ἐχαίροντο πολύ,
« σῦρε νά ᾽βρῃς τὰ παιδιά σου,
σῦρε! » ἐλέγαν οἱ σκληροί...

Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
τῶν ῾Ελλήνων τὰ ἱερὰ
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὤ! χαῖρε, ᾽Ελευθεριά!


«Ἄπαντα» Διονύσιος Σολωμὸς

Πηγή : Αναγνωστικό Ε΄Δημοτικού 1957

tzavelaina

Στὸν Κάλαμο, στὸ μικρὸ νησὶ κοντὰ στὴν Ἰθάκη, χιλιάδες ἔμειναν ἀδύνατες ψυχὲς ὅλα τὰ χρόνια τῆς  Ἐπαναστάσεως, φευγᾶτες ἀπὸ τὰ σπίτια τους, γιὰ νὰ γλυτώσουν. Ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἄλλες Σουλιώτισσες ἐζοῦσε, ποιά; Ἡ  Δέσπω ἡ Τζαβέλαινα, τοῦ Φώτου ἡ γυναῖκα, ἡ θαυμαστὴ ἀπὸ τοὺς πολέμους τοῦ Σουλίου μὲ τὸν ᾽Αλῆ - πασᾶ πρὶν  ἀπὸ τὸ 1821.

Τώρα ὃμως ἄλλος ἐγίνετο πόλεμος, ἴσα σκληρὸς μὰ πιὸ μεγὰλος. Οἱ Σουλιῶτες ἐπέρασαν ἀπὸ τὰ ῾Επτάνησα κατὰ τὸ 1823 καὶ πολεμοῦν μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα ἀδέλφια τους· μαζὶ τους ἦσαν καὶ τῆς Τζαβέλαινας οἱ γυιοί, ὁ Κίτσος κι ὁ Ζυγούρης, καὶ τόσοι ἄλλοι.

Μία ἡμέρα ξαφνικὰ ἔφθασε στὸν Κάλαμο μία κακὴ εἴδησις, πὼς σὲ κάποια μάχη ὁ Κίτσος κι ὁ Ζυγούρης ἐσκοτώθηκαν!

Ἀμέσως οἱ Σουλιώτισσες, κι ἡ Δέσπω συντροφιά τους, ἄρχισαν τὸ κλάμμα, τὸ ξεφωνητὸ καὶ τὸ μαλλοτράβηγμα.

Ἔξαφνα ἡ Δέσπω ὀρθὴ ἐτινάχθηκε, ἔρριξε πίσω τὰ μαλλιὰ κι ἐσφούγγισε τὰ δάκρυα.

- Παῦτε, ὠρέ, τὰ κλάμματα! εἶπε προστακτικά· ἐκεῖνοι πᾶνε στοῦ Χριστοῦ τὸ δρόμο. ῝Ομως Πάσχα ἔρχεται. Σηκωθῆτε τώρα νὰ βάψωμε τ’ αὐγά, γιατὶ εἶναι ἁμαρτία, κι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ὀργισθῆ.

Ἀπὸ σεβασμὸ ἐσηκώθηκαν μία μία κι ἄρχισαν νὰ κοιτᾶν τὴ δουλειά τους, μὰ χωρὶς καρδιά. Μὲ πολλὴ δυσκολία κρατοῦν τὰ δάκρυα καὶ κρυφαναστενάζουν πικρά.

Μὰ ξαφνικά, κι ἐκεῖ ποὺ καταγίνονται στῶν αὐγῶν τὸ βάψιμο, φθάνει ἄλλη πρόσχαρη εἴδησις, πὼς ὄχι, ἦτο ψέμμα,  δὲ σκοτώθηκε κανεὶς καὶ ζοῦν τῆς Δέσπως τὰ λιονταρόπουλα. Κάποιος ἐπληγώθηκε ἐλαφρὰ μόνον.

Καὶ φαντάζεται κανένας τὴ χαρά, ὕστερα ἀπὸ τόση λύπη. Κι ἡ Τζαβέλαινα γονατιστή:

- Δοξασμένη ἡ χάρι σου, Χριστέ, ποὺ μοῦ τοὺς ἐφύλαξες... μὰ ἐγὼ πάντα τοὺς ἔχω ξεγραμμένους....

«Ἱστορικὴ ἀνθολογία» Γιάννης Βλαχογιάννης

Πηγή : Αναγνωστικό Ε΄Δημοτικού 1957

 

25martiou

This interactive crossword puzzle requires JavaScript and a reasonably recent web browser, such as Internet Explorer 5.5 or later, Netscape 7, Mozilla, Firefox, or Safari. If you have disabled web page scripting, please re-enable it and refresh the page. If this web page is saved to your computer, you may need to click the yellow Information Bar at the top of the page to allow the puzzle to load.

Δημιουργήθηκε απόΑστραπή