— Σήμερα, παπποῦ, ἔλεγε ὁ Κωστάκης, ὁ δάσκαλος εὐχαριστήθηκε πολὺ μὲ τὸ ἀχυρένιο καλάθι, ποὺ τοῦ ἐπῆγα τελειωμένο. «Γειὰ στὰ χέρια σου!», μοῦ εἶπε. Τ’ ἄλλα τὰ παιδιὰ ἀκόμα παιδεύονται μὲ τὸν πάτο τοῦ καλαθιοῦ.
— Εἶναι ἀλήθεια, Κωστάκη, πὼς μοῦ μοιάζεις σ’ αὐτό. Ἔχεις κάποια ἐπιδεξιότητα στὰ χέρια καὶ θὰ μπορῇς γρήγορα νὰ φτειάνῃς πολὺ ὡραῖα πράγματα, ὅπως ἔφτειανα κι ἐγὼ μιὰ φορά. Τὶς ψάθινες καρέκλες, ποὺ ἔχομε στὴ σάλα, ἐγὼ τὶς ἔχω φτειάσει. Καὶ θὰ σοῦ εἰπῶ πῶς ἄρχισα.
Μιὰ φορά, ὅταν ἤμουν πιὸ μικρὸς ἀπὸ σένα, ἐγυρίζαμε ἕνα βράδυ ἡ μάννα μου, ὁ ἀδελφός μου καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ δάσος, ὅπου εἴχαμε κόψει κλαδιὰ γιὰ τὴ φωτιά. Ἄνάμεσα στὰ κλαδιὰ ἦσαν καὶ κλαδιὰ λυγαριᾶς.
Στὸ δρόμο ἀπαντήσαμε ἕνα γέρο καὶ μᾶς ἐρώτησε:
— Τί θὰ τὰ κάνετε αὐτὰ τὰ κλαδιά;
— Θὰ τὰ κάψωμε στὴ φωτιά, ἀπάντησε ἡ μάννα μας.
— Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ ἔχετε καὶ χρυσάφι. Μ’ αὐτὰ τὰ κλαδιὰ - κι ἔδειξε τὴ λυγαριὰ - καὶ μὲ ἄχυρο, μποροῦν νὰ βγάζουν χρυσάφι τὰ παιδιά σου.
— Χρυσάφι! ἐρωτᾷ σαστισμένη ἡ μάννα μου. Καὶ πῶς;
— Νά. θἄρχωνται σὲ μένα, νὰ τοὺς μάθω νὰ φτειάνουν μ’ αὐτὰ καλάθια.
Σὰν εἶδε ἡ μάννα μου, πὼς δὲν ἀστειευόταν ὁ γέρος, μᾶς ἐπῆγε τὴν ἄλλην ἡμέρα στὸ σπίτι του, ποὺ ἦτο ἕνα καλυβάκι ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Ἀρχίσαμε νὰ πλέκωμε κάθε λογῆς καλάθια. Τὰ πρῶτα τὰ ἐφτειάναμε σὰν τοῦ γέρου. Μὰ ὕστερα σιγὰ - σιγὰ τὰ καλυτερέψαμε τόσο, πού, ὅταν τὰ παίρναμε στα γῦρο χωριὰ καὶ στὸ Κεφαλοχώρι, ἐγυρίζαμε φέρνοντας στὴ μάννα μας ἀληθινὸ χρυσάφι.
Ἄρρώστησε ὕστερα ὁ γέρος, τὸν περιποιηθήκαμε ἐμεῖς, μὰ ἦτο πολὺ γέρος καὶ πέθανε.
— Πόσο δίκιο εἶχε ὁ γέρος! εἶπε ἡ μητέρα τοῦ Κωστάκη, ποὺ ἄκουε τὴν ἱστορία. Τὸ χέρι ἐκείνου, ποὺ δουλεύει, κάνει τὴ λυγαριὰ καὶ τ’ ἄχυρο χρυσάφι;
— Κι ἀλήθεια! Ἀπὸ τότε, τόσο μοῦ ἄρεσε ἡ τέχνη αὐτή, ποὺ ἄνοιξα μὲ τὶς οἰκονομίες μου ἕνα μαγαζάκι στὴ Χώρα καὶ ἐζούσαμε πολὺ καλά. Ἐπῆρα καὶ δυὸ παιδιά, δυὸ ἀδέλφια, καὶ τοὺς ἔμαθα τὴν τέχνη. Ἐγὼ ἀναγκάσθηκα, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, νὰ πουλήσω τὸ μαγαζάκι καὶ νἀρθῶ στὰ κτήματα. Μὲ τὰ χρήματα,ποὺ ἐκέρδισα, ἀγόρασα κι ἄλλα κι ἐμεγάλωσα τὴν πατρική μας περιουσία.
Τὰ δυὸ ἐκεῖνα ἀδέλφια εὑρίσκονται σήμερα στὴν Ἀθήνα. Ἔχουν ἕνα μεγάλο κατάστημα ψαθοπλεκτικῆς. Ὅταν κάποτε ἐπῆγα στὴν Ἀθήνα, ἐπέρασα νὰ τοὺς ἰδῶ καὶ μὲ κάθε τράπο μοῦ ἔδειχναν τὴν εὐγνωμοσύνη τους.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955