- Πωπώ! ὁ Μανωλάκης πόσο ἐμαύρισεν ἀπὸ τὸν ἥλιο! λέγει γελῶντας ὁ δάσκαλος. Καλέ, ἐσὺ ἔγινες σὰν ἀραπάκι! Ποῦ ἐπέρασες, Μανωλάκη, τὶς διακοπές; Πῶς ἐμαύρισες τόσο;
- Ἐπήγαμε κύριε, μὲ τὴν ἀδελφή μου στον παππού μας. Ἐπήγαμε στὸ χωριό. Τὸν ἐβοηθήσαμε στὶς δουλειές.
- Καὶ ποιά βοήθεια, Μανωλάκη, ἔκανες ἐσὺ στὁν παππού σου;
- Ἐψώνιζα, κύριε, στὸν μπακάλη. Ἔφερνα νερὸ μὲ τὸ κανάτι ἀπὸ τὴ βρύση. Ἐβοσκοῦσα καὶ τὸ ἀρνάκι.
-Ἐβοσκοῦσες, ἀρνάκι! Ὥστε ἔγινες λοιπὁν καὶ τσοπάνης; Καὶ τί τὸ ἔκαμες τὸ γάλα, τὸ τυρὶ καὶ τὸ βούτυρο; Τὰ ἐφύλαξες ἢ τὰ ἐπώλησες; εἶπεν ἀστειευόμενος ὁ δάσκαλος.
Ὁ Μανωλάκης ἐγέλασε. Μαζί του ἐγέλασαν καὶ τὰ ἄλλα τὰ παιδιά.
- Κύριε, ἦταν μικρὁ τὸ αρνάκι καὶ δὲν τὁ ἀρμέγαμε.
Αὐτὸ ὁλοένα ἐβέλαζε μπέ! μπέ!
- Γιατί ἐβέλαζε, Μανωλάκη; - Ἤθελε, κύριε, τὴν μαννούλα του.
- Ναί, παιδί μου. Τὰ μικρὰ ἀρνάκια εἶναι σὰν τὰ μικρὰ παιδάκια. Βελάζουν, γιατὶ θέλουν νὰ εἶναι κοντὰ στὴν μητερούλα τους.
Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963