Τὰ δυὸ ἐξαδέλφια δὲν εἶχαν ἀπογευματινὸ μάθημα καὶ ἔτσί ἔμειναν νὰ παίξουν μὲ τοὺς νέους φίλους των. Μὰ ὁ καιρὸς ἐχάλασε τὸ ἀπόγευμα καὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ μείνουν μέσα στὸ δωμάτιο. Ὁ Κωστάκης ἐβάλθηκε τότε νὰ μάθῃ τὸ Φώτη τῆς κυρὰ - Γιαννούλας τὴν ἀλφαβήτα. Ὥς τὸ βράδυ λοιπόν, ποὺ ἡ κυρὰ - Γιαννολα ἐπῆρε τὰ παιδιά της νὰ φύγῃ, ὁ Φώτης ἤξευρε κάμποσα ψηφία.
Τὴ νύκτα ἐγύρισε βοριᾶς καὶ τὸ πρωΐ τὴν ἄλλη ἡμέρα εἶχε συννεφιὰ καὶ ἔκαμνε τσουχτερὸ κρύο. Τὰ παιδιὰ ἔβαλαν ἀπὸ ἕνα σαλάκι νὰ τοὺς κρατῇ το λαιμὸ καὶ τοὺς ὤμους καὶ ἐπῆγαν στὸ σχολεῖό τους. Τὸ μεσημέρι, ποὺ ἐσχόλασαν, ἔρριχνε ψιλὸ χιονάκι.
Στὸ σπίτι εἶχαν ἀνάψει τὸ τζάκι. Κούτσουρα χονδρὰ ἔκαιαν ἐκεῖ καὶ ἐσπινθήριζαν. Μιὰ ἁπαλὴ ζέστα ἁπλώνετο καὶ ἐγέμιζε τὸ σπίτι.
Τὸ ἀπόγευμα τὰ παιδιὰ ἔμειναν πάλι στὸ σπίτι. Ὅταν ὁ πατέρας τοῦ Κώστάκη καὶ ὁ πατέρας τῆς
Ἑλενίτσας ἐβγῆκαν νὰ τρέξουν στὶς δουλειές των, ὁ Κωστάκης, ἐρώτησε τὴ μητέρα του:
— Μητέρα, γιατί ὁ πατέρας δὲν κάθεται στὸ σπίτι, ὅταν κάνῃ τόσο κρύο;
— Παιδί μου, εἶπε ἡ μητέρα, ὁ πατέρας πρέπει νὰ ἐργασθῇ, γιὰ νὰ κερδίσῃ χρήματα νὰ ζήσωμε. Ἄν ὁ πατέρας δὲν ἐργασθῇ, ποιός θὰ μᾶς φέρῃ ψωμὶ καὶ κρέας; Ποιός θὰ μᾶς ἀγοράσῃ καὶ παπούτσια καὶ ὅ,τι ἄλλο χρειαζόμεθα; Ὁ πατέρας ὁ δικός σου ,ὅπως κι ὁ πατέοας τῆς Ἑλενίτσας, κουράζονται καὶ ὑποφέρουν ὅλους τοὺς κόπους, γιὰ νὰ σᾶς μέγαλώσουν, νὰ γίνετε καλοὶ ἄνθρωποι. Ὅποιος ἐργάζεται ἔχει ἀπ’ ὄλα τὰ καλά. Ὅποιος δὲν ὲργάζεται καὶ εἶναι τεμπέλης γίνεται πτωχός, κουρελῆς καὶ, ζητιᾶνος. Οὔτε τὸν ἀγαπᾷ κανείς.
— Μητέρα, εἶπε ό Κωστάκης, θέλω κι ἐγὼ νὰ ἐργασθῶ καὶ νὰ κερδίζω χρήματα
— Παιδί μου, τοῦ ἀπάντησε ἡ μητέρα του, σὺ τώρα εἶσαι μικρὸς καὶ ἡ ἐργασία σου εἶναι νὰ μαθαίνῃς τὸ μάθημά σου καὶ νὰ εἶσαι φρόνιμος, καλὸς καὶ ὑπάκουος. Ὅταν θὰ μεγαλώσῃς, τότε θὰ ἐργασθῇς, γιὰ νὰ κερδίσῃς χρήματα. Τότε καὶ ὁ πατέρας σου θὰ ξεκουρασθῇ, ποὺ θὰ εἶναι γέρος καὶ δὲν θὰ μπορῇ να ἐργάζεται πιά.
— Καὶ ἐγώ, θεία., εἶπε ἡ Ἑλενίτσα, θὰ κάνω ὅλες τὶς δουλειὲς στὸ σπίτι, ὅταν ἡ μητέρα μου θὰ εἶναι γριά.
Ἡ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας, ἐχαμογέλασε εὐχαριστημένη. Ὕστερα ἐπῆρε τὰ στεγνωμένα ροῦχα καὶ ἄρχισε νὰ μπαλώνῃ καὶ νὰ μαντάρῃ τὶς κάλτσες. Ἡ μητέρα τοῦ Κωστάκη ἑτοίμασε τὸ σίδερο γιὰ τὸ σιδέρωμα. Τὰ παιδιὰ ἐπῆραν τὸ βιβλίο τους καὶ ἐδιάβαζαν τὸ μάθημά των. Ὅταν ἐτελείωσαν τὸ μάθημά των, ἄρχισαν νὰ κάμνουν ζωγραφιές.
Ἡ Ἑλενίτσα εἶπε:
—Ἄν ἦσαν ἐδῶ τὰ παιδιὰ τῆς κυρὰ - Γιαννούλας, θὰ τἀ ἐμαθαίναμε νὰ ζωγραφίζουν. Νὰ ἔχουν τάχα φωτιὰ στὸ σπίτι τους;

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955