Τρεῖς ἄγριες ἐλιὲς εἶχαν φυτρώσει ἐπάνω σ’ ἕνα λόφο. Γύρω τους δὲν ἦσαν ἄλλα δένδρα. Ὅταν ἐφυσοῦσε δυνατὸς ἄνεμος, τὰ ἀδύνατα καὶ λεπτὰ δενδράκια ὑπέφεραν πολύ. Πολλὲς φορὲς ἐκινδύνευσαν νὰ ξερριζωθοῦν καὶ νὰ στρωθοῦν στὸ χῶμα.
Μιὰν ἡμέρα ἡ πιὸ μικρὴ καὶ ἡ πιὸ ἀδύνατη ἀπὸ τὶς τρεῖς εἶπε:
— Ἀγαπημένες μου ἀδελφοῦλες, τὸ μέρος ποὺ φυτρώσαμε εἶναι πολὺ ἄσχημο. Καὶ καθὼς ἐγὼ εἶμαι τόσο μικρὴ κι ἀδύνατη, σήμερα ἢ αὔριο θὰ μὲ ξερριζώσῃ ὁ ἄνεμος. Γι’ αὐτὸ ἂς σμείξωμε τὰ κλαδιά μας, γιὰ νὰ στηρίξῃ ἡ μιὰ τὴν ἄλλη, καὶ ἂς γίνωμε καὶ οἱ τρεῖς σὰν ἕνα δένδρο.
— Πολὺ σωστά, εἶπαν οἱ ἄλλες δυὸ ἀγριελιές. Ἄς γίνωμε λοιπὸν καὶ οἱ τρεῖς σὰν ἕνα δένδρο.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα περνῶντας ὁ κὺρ - Δημήτρης, ποὺ εἶχε το κτῆμά του ἐκεῖ κοντά, ἔσκαψε καὶ μάζεψε χῶμα γύρω ἀπὸ τὶς ρίζες των. Ὕστερα τὶς ἐμπόλιασε καὶ ἕνωσε τὰ κλαδιά τους.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἄρχισαν ν’ ἁπλώνουν τὰ κλαδιά τους καὶ οἱ τρεῖς, ὥσπου σὲ λίγον καιρό, ὅποιος τὶς ἔβλεπε ἀπὸ μακριά, ἐνόμιζε πὼς ἦσαν ἕνα δένδρο.
Τοῦ κάκου τώρα ὁ ἄνεμος φυσᾷ δυνατά! Οἱ τρεῖς ἀδελφὲς δὲν φοβοῦνται πιὰ τίποτε. Ἅπλωσαν καὶ τὶς ρίζες τους στὴ γῆ. Καὶ σιγὰ - σιγὰ δυνάμωσε καὶ ὁ κορμός τους. Μεγάλωσαν καὶ εἶναι φορτωμένες ἀπὸ ἐλιές.
— Εὐλογημένο δένδρο ἡ ἐλιά, μὲ τὸ δυνατὸ καὶ τραχὺ κορμό της, ἔλεγε ὁ πατέρας τοῦ Κωστάκη στὰ παιδιὰ τὸ βράδυ, ποὺ γύρισε στὸ σπίτι. Ἀνθεῖ τὸ Μάη. Ἀλλὰ ποιός διακρίνει τοὺς ἀνθούς της; Οὔτε χρώματα φαντακτερὰ ἔχουν οὔτε δυνατὴ μυρωδιά, γιὰ νὰ τραβήξῃ τὸ βιαστικὸ διαβάτη.
Μικρούλης εἶναι κι ὁ καρπὸς καὶ μεγαλώνει σιγὰ - σιγά. Εἶναι ὅμως πλούσιο δῶρο, ποὺ δίνει τὸ δένδρο στὸν καλλιεργητή, ὅταν τὸ περιποιῆται.
Αὐτὸ τὸ δῶρο, κάτω ἀπὸ τὶς βαρειὲς πέτρες τῶν ἐλαιοτριβείων μας, βγάζει το μυρωδᾶτο λάδι, τὴν τόσο ὑγιεινὴ αὐτὴ τροφή. Τὸ λάδι, μαζὶ μὲ τὸ ψωμὶ καὶ τὶς φαγώσιμες ἐλιές, ἀποτελοῦν τὴ βάσι τῆς τροφῆς τοῦ Χωριοῦ μας.

Πηγή  : Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού 1955