psarema

- Στὴ θάλασσα ἔπιασα καὶ φίλους, εἶπεν ὁ Ἀνδρέας. Ἐγνώρισα τὰ παιδιὰ τῶν ψαράδων. Τί φιλότιμα καὶ καλὰ παιδιά! Μὲ προσκαλοῦσαν στὶς καλύβες τους. Μοῦ ἔδιναν ἀχιβάδες. Μοῦ ἔδιναν κογχύλια. Μὲ ἔπαιρναν καὶ ἐπιάναμε καὶ καβούρια. Ἔνας μάλιστα κάβουρας μοῦ ἔδωκε μιὰ γερὴ δαγκανιὰ ἐδῶ στὸ μεγάλο δάκτυλο, νά καὶ τὸ σημάδι!

Καὶ ὁ ᾽Ανδρέας ἔδειξε τὸ σημάδι του.

- Κολύμπι ἔμαθες, Ἀνδρέα;

- Καὶ ρωτᾶτε; Μποροῦσα νὰ κάμω ἀλλοιῶς;

Ἐκεῖ ὅλοι κολυμποῦν. Στὴν ἀρχὴ ἔβλεπα τὰ νερὰ καὶ ἐφοβόμουν, Ἔπειτα ὅμως τὰ ἐσυνήθισα. Πηγαίνω ἀρκετὰ μακριά. Δὲν κουράζομαι. Κάνω καὶ βουτιές. Μὰ πόσο ὡραῖα κολυμποῦν τὰ παιδιὰ τῶν ψαράδων! Στέκονται ἀνάσκελα στὴ θάλασσα, κάνουν μεγάλα μακροβούτια καὶ χαίρεται κανένας νὰ τὰ βλέπῃ νὰ κολυμποῦν.

- Σοῦ ἀρέσει, Ἀνδρέα, ἡ θάλασσα; ἐρώτησεν ὁ δάσκαλος.

- Μοῦ ἀρέσει, μὰ ὅταν εἶναι ἥσυχη. ᾽Αλλοίμονο ὅμως, ὅταν ἀγριέψῃ. Μουγκρίζει σὰν θεριό. Σηκώνει κύματα, ποὺ εἶναι σὰν βουνά. Τὰ καράβια τότε χοροπηδοῦν. Ἅν πῆτε γιὰ τὶς βάρκες, τὶς παίζει σὰν παιγνιδάκι.

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β' Δημοτικού 1963